Eκτη μέρα μετά την επιστροφή απ' τα Κύθηρα. Κι' ακόμα, πολύ δειλά αγγίζω το πληκτρολόγιο. Δεν είναι που βαριέμαι. Κάθε άλλο. Δεν είναι που δεν έχω χρόνο, αυτό παλεύεται. Δεν είναι που δεν έχω τί να γράψω, αυτό κι' άν δεν είναι.
Είναι μόνο, που έχω ένα "κεφάλι γεμάτο γεμάτο χρυσάφι", όπως λέει κι' ο φίλος μου ο Αγγελάκας, και πώς να αδειάσεις όλο αυτό το χρυσάφι σε αράδες;
Οι βαλίτσες ανοιχτήκανε πάραυτα, με την επιστροφή. Τα λερωμένα-τ' άπλυτα πήραν το δρόμο τους για το πλυντήριο, οι εικόνες όμως παρέμειναν άπλυτες κι' ασιδέρωτες να κυματί
Τα Κύθηρα μπλέ.
Εικόνα ανεξίτηλη, το διάφανο μπλέ με την υπόσχεση του πράσινου ανακατεμένο, που δε σε προσκαλεί απλά, έρχεται και σε ξελογιάζει σε παιχνίδια παιδιάστικα με το νερό, σου επιβάλλει την αίσθησή του και αδιαπραγμάτευτα σε πλημμυρίζει με θάλασσα μέσα σου κι' έξω σου. Θάλασσα φτιαγμένη για να την ερωτεύεσαι, παιχνιδιάρα κι' άστατη, σίγουρη πως δεν θα τη ξεχάσεις ποτέ, αφού δε μπορείς να τη κατακτήσεις για πάντα.
Τα Κύθηρα ώχρα.
Η παρουσία του παλιού, ντυμένου με το χρώμα του λειμωνίτη, παντού, μα παντού, η ώχρα στις πεσμένες στέγες, στα εγκαταλελειμένα κάστρα, στους κατεστραμένους μύλους και νερόμυλους, στις ξερολιθιές των χωματόδρομων, η ώχρα που ζωντάνευε ξαφνικά την ώρα του δειλινού, αστραφτε κυριολεκτικά για λίγο, και την ώρα εκείνη άκουγες ξαφνικά φωνές απ' άλλες εποχές να τραγουδάνε, να κλαίνε, να γελάνε, να πολεμάνε, να πεθαίνουνε. Να αιωρούνται εντούτοις...
Τα Κύθηρα λευκό.
Το λευκό στα Κύθηρα δε γιορτάζει ξέφρενα όπως στ' άλλα νησιά. Στα Κύθηρα το λευκό τραγουδάει χαμηλόφωνα χαρούμενα τραγούδια σε δεύτερη φωνή. Ακομπανιάρει αρμονικά, πότε το πράσινο, πότε το μπλέ, πότε την ώχρα. Υπάρχει λές επίτηδες εκεί, για να φαντάζει εντονότερο το φούξια της μπουκαμβίλιας, το πορτοκαλί των γερανειών, κι' εγώ, ακόμα πιό μαυρισμένη στις φωτογραφίες. Στα Κύθηρα, το λευκό δε σε τυφλώνει. Δροσερά σε φρεσκάρει.
Τα Κύθηρα πράσινο.
Είναι ο Πάνας των Κυθήρων. Ξεπετάγεται ξαφνικά μπροστά σου, απο το πουθενά, και σου κάνει την έκπληξη που με τίποτα δε περιμένεις, σου παίζει στο φλάουτο Βακχικούς ρυθμούς και χορεύει ξέφρενα ανάμεσα στα πλατάνια, στις φτέρες, στα πεύκα και στις λεύκες, το όργιο!
Σε παρασύρει, τον ανίδεο, σε μεθύσι ανεξέλεγκτο, και τότε σου θυμίζει με το έτσι θέλω, το παιδάκι που κρύβεις μέσα σου, και το ξυπνάει ξεδιάντροπα, να σκαρφαλώσει σε κορμούς, να κάνει επικίνδυνες ισσοροπίες πάνω σε βράχους και σε πέτρες σε ποταμάκια και ρυάκια, να κρεμαστεί απο κλαδιά και να παραγεμίσει το σακίδιό του με βρύα και λειχήνες. Ξεφάντωμα στα Κύθηρα το πράσινο!
Τα Κύθηρα κόκκινο.
Δε ξέρω αν η Αφροδίτη πραγματικά αναδύθηκε απο τους αφρούς της θάλασσας των Κυθήρων, νομίζω μάλλον ότι αναδύθηκε απο το άφρισμα του αρικαρά την ώρα που χύνεται απ' το βαρέλι στη κανάτα, γιατί αυτό το κόκκινο κρασί, είναι προκλητικά κόκκινο, προκλητικά έντονο στη γεύση και στη μυρουδιά, προκλητικά ερωτικό στη μίξη του με σένα, προκλητικά απειλητικό στην παρέα του με τη φατουράδα (το τοπικό κόκκινο επίσης τσίπουρο). Η Αφροδίτη μάλλον τίναξε με χάρη απ' τα μαλιά της τις σταγόνες του αρικαρά που την έλουσαν, και μετά κλείνοντας πονηρά το μάτι, κατέβασε, επίσης με χάρη, δυό σφηνάκια φατουράδα, και χωρίς καθόλου ενοχές για το μεθύσι της, ορκίστηκε ότι στα Κύθηρα θα ήταν μόνιμα μεθυσμένη...
Τα Κύθηρα ταραντέλα.
Να χορεύεις ταραντέλα στα Κύθηρα, μ' ένα φωτισμένο κάστρο απο πάνω σου, και μ' ένα φεγγάρι καρπούζι, τεμπέλικα ξαπλωμένο πάνω απ' το Καψάλι, αρχίζει να φαίνεται στα μάτια μου σιγά-σιγά, το πιό φυσικό πράγμα στο κόσμο. Οι γαργαριστές φωνές των "Εν καρδία", πρέπει να είναι η πιό ταιριαστή γιρλάντα στη γιορτή που λέγεται Κύθηρα. Η μάλλον, τα δικά μου Κύθηρα. Δροσερές και γαργαριστές φωνές, που τραγουδάνε δροσερά και γαργαριστά τραγούδια, φτιαγμένα να σβύνουν και ν' αφομοιώνονται στο επίμονο κάλεσμα των τζιτζικιών, και στο βραδινό, νωχελικό, τρυφερό κυματάκι της παραλίας, που λές και βαριότανε να γυρίσει γρήγορα πίσω στη μάνα του τη θάλασσα, και χαμουρευότανε με τις ώρες, με τα πολύχρωμα, βρεγμένα βότσαλα, τα φιλαράκια του.
Τα Κύθηρα έθνικ.
Και το άλτο κλαρίνο του Χωματά, σε ρυθμούς τσιγγάνικους των Βαλκανίων, χαμουρευότανε επίσης με το ελαφρύ αεράκι, τό ευεργετικό και ζωογόνο, που μας χάρισαν τα Κύθηρα, έτσι, γιά αποχαιρετισμό, για δώρο αγάπης απο ένα νησί που το αγαπήσαμε και μας αγάπησε. Και τα τσιγγάνικα να απλώνουν το κλάμα τους στις πέτρινες κερκίδες, και το κρασί να μετατρέπει το κλάμα σε γιορτή. Αποχαιρετισμού.
Τα Κύθηρα, Γιώργος και Αννα.
Ο Γιώργος και η Αννα, το μεδούλι των Κυθήρων! Η τελική γεύση, αυτή που υπερισχύει καταλυτικά στη γλώσσα και παλεύει να καλύψει όλα τ' άλλα αρώματα. Ισως γιατί αυτοί έχουν όπλο το χαμόγελο, το ολόζεστο και αληθινό χαμόγελο των καλών ανθρώπων. Ισως γιατί μπορούσαν να χρωματίζουν τη κάθε μας στιγμή με γέλιο, κακαριστό γέλιο της Αννας, παιδικό, αβίαστο γέλιο, και με το γλυκό, αθώο, ανεπιτήδευτο, πλατύ χαμόγελο του Γιώργου, ίσως γιατί αυτοί διαθέτουν αγκαλιά μόνιμα ανοιχτή για μάς, πιό ζεστή κι' απ' τό κοκκινωπό βοτσαλάκι της Φυρής Αμμου, μα πολύ πιό ζεστή.
Ο Γιώργος κι' η Αννα! Οι ιδιοκτήτες του δωματίου που νοικιάζαμε. Η τελευταία και πιό έντονη, πιό σημαντική πινελιά, στο πίνακα που λέγεται Κύθηρα.
Οχι, τα Κύθηρα δε θάτανε λιγότερο όμορφα, χωρίς τον Γιώργο και την Αννα. Μόνο, που εμείς, θα είμαστε φτωχότεροι, αν δε τους γνωρίζαμε. Γιατί θα τρώγαμε το λουκουμά χωρίς το μέλι του. Θα τραγουδούσαμε χωρίς κιθάρα. Θα χορεύαμε χωρίς μουσική. Θα ζούσαμε τη χαρά μας, χωρίς τη ζεστασιά τους...
Ο Γιώργος κι' η Αννα! Ενα μπουκάλι κρασί απ' το βαρέλι τους, κάθε μέρα γεμάτο στο δωμάτιο.
Ο Γιώργος κι' η Αννα! Ενα πιάτο ολόφρεσκα σύκα απ' την αυλή τους, στο τραπεζάκι του πρωϊνού.
Ο Γιώργος κι' η Αννα! Ενα ακριβό μπουκάλι φατουράδα, δώρο της τελευταίας στιγμής, αρωματισμένο, αντί για κανέλλα και γαρύφαλο, με την αγάπη τους. Και τα δάκρυα του αποχαιρετισμού...
Ο Γιώργος απ' την Αυστραλία, και η Αννα απ' την Σκωτία! Που ήρθαν στα Κύθηρα και χτίσαν τα όνειρά τους, με πέτρα και με ξύλο, και μετά τους φύσηξαν πνοή χαράς κι' αγάπης, και τα ζωντάνεψαν, και τα ζυμώσανε μ' αυτήν, και τα μοιράστηκαν μαζί μας...
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Και το Παράδεισο ν' ανακαλύψω σε κάποιο ταξίδι προσεχές, το κεφάλι μου θα παραμένει γεμάτο απ' το χρυσάφι των Κυθήρων.
Και η καρδιά μου, κρυφά ίσως, ίσως και φανερά, θ' αναπολεί τη χαρά στα πράσινα μάτια της Αννας, τη φυσική ευγένεια στα καστανά μάτια του Γιώργου, την αναπόφευκτη θλίψη του αποχαιρετισμού, και τη παρακλητική φωνή της Σκωτσέζας, με τα ελάχιστα και σπασμένα ελληνικά να ικετεύει: "Παρακαλώ, Γκιώργο, σπίτι μοοο!" (Η μετάφραση είναι: "Σε παρακαλώ Γιώργο (ο άντρας μου), μείνετε στο σπίτι μας!") Το μοο ήταν Αγρινιώτικη παραφθορά του "μου", δε ξέρω πώς την είχε ψωνίσει, και η πρόσκληση για να μείνουμε περισσότερες μέρες στο σπίτι τους, ήταν λόγω του ότι όλα τους τα δωμάτια ήταν νοικιασμένα για τις επόμενες μέρες.
Αυτό το "παρακαλώ, σπίτι μοοο", θα με ακολουθεί για πολύ καιρό ακόμη...
Και το μυαλό μου, ανοιχτό σα τη σπηλιά στη Χύτρα, θα κρατάει τον αντίλαλο "παρακαλώωωω, παρακαλώωωω, σπίτι μοοοο" φυλακισμένο στα βάθη του, μαζί με λίγο θλίψη, λίγο μελαγχολία, λίγο νοσταλγία, μέχρι ν' αρχίσει να σβύνει σιγά-σιγά ο ήχος, μέχρι ν' αρχίσει το χρυσάφι ν' αδειάζει, να χύνεται...
Αδειάζει. Χύνεται.
Αλλά δε χάνεται!









