30 Δεκ 2009

Stand by me!

Καλή Χρονιά είναι αυτή που υπάρχει κάποιος να "στέκεται" πραγματικά πλάϊ μας!
Σας το αφιερώνω με την αγάπη μου...

http://vimeo.com/moogaloop.swf?clip_id=2539741

24 Δεκ 2009

Δεν προλαβαίνω να σας διαβάσω...
Ούτε και εορταστική ανάρτηση να ανεβάσω...
Εχω στηθεί πίσω απ' τη πόρτα και περιμένω απεγνωσμένα το Πνεύμα των Χριστουγέννων...
Είπε ότι θα περάσει...
Αλλά, ακόμα...
Μέχρι τότε....
Χίλιες ευχές σε όσους δεν μπόρεσα να στείλω τη καρτούλα μου...
Κι' ευχαριστώ σ' όσους μου έστειλαν...
Κι' απ' τις χίλιες...
Κρατήστε μία....
Την πιό σημαντική....
Ας περιφρουρήσουμε την ψυχική μας γαλήνη...
Και την ανθρωπιά μας...
Αυτό σημαίνει υγεία ψυχής!
Αυτό σημαίνει Ευτυχία!
Να είστε όλοι καλά!
Να είμαστε όλοι καλά!

Μιά αλυσίδα είμαστε, εξ' άλλου....

20 Δεκ 2009

H λογική του παραλόγου!

Αναπαράγω απο το ιστολόγιο της Nelly's :
ΚΡΙΣΕΙΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΩΝ Β/ΒΑΘΜΙΑΣ Α' ΑΘΗΝΑΣ




ΜΕΡΟΣ Β'





Προς την Υπουργό Παιδείας δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων

Κυρία Άννα Διαμαντοπούλου





Προς τον Περιφερειακό Διευθυντή Α/βάθμιας και Β/βάθμιας Εκπαίδευσης Αττικής

Κύριο Παρασκευά Γιαλούρη





Προς την Διευθύντρια του Α' ΠΥΣΔΕ Αττικής

Κυρία Πολυξένη Ζαβού-Ράδου





Προς όλα τα μέλη του ΠΥΣΔΕ





Προς όλους τους Συλλόγους και τις Ομοσπονδίες των Καθηγητών

Προς όλους τους Εκπαιδευτικούς

Προς όλους τους Γονείς

Προς όλους τους Μαθητές

Προς κάθε ενδιαφερόμενο





Έχω την χαρά και την τιμή να είμαι Πρόεδρος του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων του 3ου Γυμν. Ν. Φιλαδέλφειας.





Παίρνω το θάρρος να σας γράψω ζητώντας τη βοήθειά σας για ένα θέμα, που μας καίει όλους πολύ, τις κρίσεις των διευθυντών.

Στο καταταλαιπωρημένο σχολείο μας που υπέφερε από δεινά τουλάχιστον την τελευταία δεκαετία είχαμε την τύχη, μετά τις κρίσεις του 2007, να έρθει μια Διευθύντρια, η κυρία Μαρία Χατζηιωάννου, που κατάφερε το ακατόρθωτο: Από αχούρι, με μορφή εγκαταλελειμμένου, ξεχαρβαλωμένου αναμορφωτηρίου να το μετατρέψει σε σχολείο- αγκαλιά για όλα τα παιδιά.

Το σχολείο μας δεν είχε τίποτα σωστό. Ηταν όλα ξεχαρβαλωμένα, δεν παρείχε ούτε τα στοιχειώδη και επιπλέον λειτουργούσε και υπό ένα καθεστώς τρομοκρατίας και χαφιεδισμού. Τα παιδιά έκαναν συνεχώς καταλήψεις διεκδικώντας τα αυτονόητα. Μέχρι και το βάψιμο των αιθουσών το κάναμε οι γονείς κάποιες Κυριακές.

Και ήρθε αυτή η γυναίκα και έβαλε τάξη σε όλα, μα κυρίως έβαλε αγάπη.

Και το σχολείο μας έγινε αυτό, που έπρεπε να είναι τα σχολεία όλου του κόσμου.

Μια κυψέλη δημιουργίας και αγάπης.

Τέρμα τα προβλήματα, τέρμα η παραβατικότητα, τέρμα οι καταλήψεις.

Τα παιδιά ξεκίνησαν δράσεις και προγράμματα, που θα ζήλευε και το καλύτερο ιδιωτικό σχολείο.

Τα παιδιά αγάπησαν αυτήν, αγάπησαν τα μαθήματα, αγάπησαν το σχολείο τους σαν το σπίτι τους.

Το φροντίζουν. Το προσέχουν.





Και τώρα έρχεται το Α' ΠΥΣΔΕ, μ΄αυτήν την παράνομη, όπως διαβάζω, διαδικασία και τα ακυρώνει όλα.

Θέλει να μας πάρει την Διευθύντρια, παρόλο που η ίδια δήλωσε ότι δεν θέλει να μετακινηθεί, άλλωστε σε λίγο μπορεί να συνταξιοδοτηθεί, αν θέλει.





Και ερωτώ, μήπως τηρώντας τους τύπους χάνουμε την ουσία;

Ποιός ο ρόλος του εκπαιδευτικού;

Ποιός ο ρόλος του σχολείου;

Ποιός ο ρόλος όλων αυτών, που διορίζονται ή εκλέγονται για να καλύψουν θέσεις καίριες, όπως αυτές των ΠΥΣΔΕ;

Πώς τιμάται ένας επιτυχημένος Διευθυντής; Με το να τον αλλάζετε πόστο παρά τη θέλησή του;





Προσπάθησα να επικοινωνήσω με την Διευθύντρια του ΠΥΣΔΕ και τηλεφωνικά, να της εκφράσω την αγωνία μας και την επιθυμία μας, όμως αν και κατανοώ την έντασή της και τις πιέσεις που δέχεται πανταχόθεν, δεν μπορώ να κατανοήσω την αντίληψή της, πως "οι γονείς δεν έχουν κανένα λόγο για τα παιδιά τους και ουδείς αναντικατάστατος"!!!!

Πώς μπορεί κάποιος που ασχολείται με την εκπαίδευση, να γελοιοποιεί την αγωνία ενός γονιού, εκλεγμένου στη θέση του Προέδρου του ΔΣ του Συλλόγου μας κλείνοντάς του το τηλέφωνο;





Ουδείς αναντικατάστατος, μου είπε! Μα, είμαστε όλοι ίδιοι; Δεν υπάρχουν καλοί, καλύτεροι και χειρότεροι;

Η ίδια η διαδικασία των κρίσεων δεν το αποδεικνύει αυτό;





Και αν εμείς οι γονείς δεν έχουμε λόγο για το καλό των παιδιών μας, τότε ποιός έχει;





Το άρθρο 3 της χάρτας για τα δικαιώματα και τα καθήκοντα των γονέων της ευρωπαϊκής κοινότητας, ορίζει πως:

"ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΛΗΡΟΥΣ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΤΟ ΕΠΙΣΗΜΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥΣ ΒΑΣΕΙ ΤΩΝ ΑΝΑΓΚΩΝ, ΔΕΞΙΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΞΙΩΝ ΤΟΥΣ.

ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΚΑΘΗΚΟΝ ΝΑ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ ΩΣ ΕΤΑΙΡΟΙ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΤΟΥΣ."

Και το άρθρο 8:

"ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΛΛΟΓΟΙ ΤΟΥΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΙΚΑ ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΤΗΝ ΑΠΟΨΉ ΤΟΥΣ, Η ΟΠΟΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΖΗΤΑΤΑΙ ΕΝΕΡΓΑ, ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΣΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΒΑΘΜΙΔΕΣ."





Και ναι, η Διευθύντριά μας είναι αναντικατάστατη!!!





Μα και όλα τα σχολεία θα αναστατωθούν με τις μετακινήσεις στη μέση της χρονιάς. Από τη μια η γρίπη, από την άλλη οι καταλήψεις, τώρα συμβαίνει και αυτό, τί θα πάρουν τα παιδιά από τη φετινή χρονιά; Γιατί δεν έγιναν οι κρίσεις το καλοκαίρι, που μας πέρασε ή γιατί δεν γίνονται το καλοκαίρι που θα έρθει;





Γιατί δεν ζητάτε εκ νέου δηλώσεις προτίμησης σχολείων;

Οι προτιμήσεις των υποψηφίων είναι φυσικό να έχουν αλλάξει σε αυτά τα δυο χρόνια. Γιατί έγινε καταμέτρηση μορίων χωρίς δηλώσεις; Και οι συνεντεύξεις τι νόημα είχαν;





Σας παρακαλώ λοιπόν θερμά, βοηθήστε μας να κρατήσουμε τη Διευθύντριά μας!

Μην αφήσετε να αναστατωθούν τόσα σχολειά στο μέσον της χρονιάς!

Αφουγκραστείτε τις αγωνίες των γονιών!

Τις επιθυμίες των παιδιών!

Αυτά είναι το μέλλον της Ελλάδας.

Πάρτε τα στα σοβαρά!





Ας μην χάνουμε την ουσία και ας δούμε το θέμα προς όφελος των παιδιών μας.





Με εκτίμηση





Η Πρόεδρος του ΔΣ του Συλλόγου Γονέων και Kηδεμόνων του 3ου Γυμν. Ν. Φιλαδέλφειας

Σχόλια δεν χρειάζονται εδώ.
Μόνο ευχές για το επιθυμητό αποτέλεσμα....
Καλή επιτυχία Νelly!

16 Δεκ 2009

Ενα τετραγωνικό χιλιόμετρο Παράδεισος...



Εκεί λοιπόν, οι άνθρωποι περιφέρονται μ' αυτό το αποχαυνωμένο χαμόγελο ευτυχίας στα πρόσωπα, ευτυχία, απ' αυτήν, τη γνήσια, την πρωτογενή, την αφτιασίδωτη, αυτήν που "χτίζεται" απο χρώματα και ευωδιές κι' απο άμμο "πούδρα" ολόλευκη, κι' απο νερά φιλόξενα και ζεστά κι' απο ίσκιους διάφανους και φυλλωσιές που αναπνέουν αβίαστα κι' απο βυθούς υποσχόμενους εκπλήξεις, κι' απο ημεράδα και γλύκα στις κόρες των ματιών ανθρώπων μελαμψών με κελαρυστή ομιλία κι' εσωτερική ευγένεια....
Εκεί, ξυπνούν λοιπόν οι άνθρωποι χωρίς να ονειρεύονται... Απλά και μόνο γιατί ξυπνούν μές στ' όνειρο, εκεί παύουν να προσδοκούν το μερτικό τους στον Παράδεισο, απλά και μόνο γιατί τους παραδίδεται ο Παράδεισος απλόχερα, απλά και μόνο γιατί είτε το θέλουν είτε όχι, "μπολιάζονται" με ηρεμία κι' αντί να μιλούν, ψιθυρίζουν, κι' αντί να γελούν γουργουρίζουν σαν περιστέρια, κι' αντί να σκέπτονται, δέχονται, κι' αντί ν' αναζητούν το ερέθισμα των αισθήσεων, βουλιάζουν στις αισθήσεις τους σαν πρώτη φορά να τις αναγνωρίζουν και να τις συναντούν και να ενώνονται μαζί τους....
Ενα άγγιγμα ψυχής η Kuda Huraa, ένα τετραγωνικό χιλιόμετρο Παράδεισος, δημιουργημένο απο κοράλλια κι' απ' το αέναο πάρε-δώσε του πλαγκτόν με τα ψάρια, των ψαριών με τις αποικίες των κοραλλιών, των κοραλλιών με την άμμο, της άμμου με τα καβούρια και τα ολοζώντανα κοχύλια, ένα πάρε-δώσε με φόντο το τυρκουάζ, το πράσινο, το γαλάζιο, το λευκό και το χρυσό-πορτοκαλί του ήλιου...

Ενας τόπος που μαλακώνει τη ψυχή, έτσι όπως
μόνο η αίσθηση της πληρότητας το καταφέρνει...

Οπου όλα είναι απαλά σαν χλιαρή κομπρέσσα με άρωμα μέντας. Οπου, οι νύχτες δεν είναι παρα ένα διάλειμμα για να κοιμηθεί το φώς και τα μεσημέρια συμπεριφέρονται ευγενικά στο σώμα και στα μάτια προσφέροντας σκιές που ζωγραφίζουν μακρόστενες φιγούρες στην άμμο, κι' όπου τα δειλινά μοιάζουν ν' απομυζούν το μεδούλι της ψυχής απολαυστικά και το εναποθέτουν τρυφερά στο μαβί και στο πορτοκαλί, να ποτιστεί με χρώμα, ν' ανθίσει, να ζωντανέψει, να μεταλλαχτεί...
Εκεί λοιπόν, οι ανθρώπινες κατασκευές επιλέγουν τη φινέτσα της λιτότητας για να εκφραστούν, τα φυσικά στοιχεία γίνονται χρήσιμα και λειτουργικά, απεκδύονται την περιττή πολυτέλεια και φανερώνουν τον πλούτο της καλόγουστης απλότητας και την ομορφιά της διακριτικότητας....


  Δεν κραυγάζει τίποτα, όλα είναι έκπληξη μα και χρησιμότητα μαζί. Τίποτα δεν περισσεύει, μα και τίποτα δεν είναι αναμενόμενα συνηθισμένο...Ολα υπάρχουν για να υπενθυμίζουν πως πάντα αυτή, η μικρή διαφορά της λεπτομέρειας, μπορεί ν' αποτελεί την έκπληξη, κι' η έκπληξη ένα ακόμα ευτυχισμένο χαμόγελο στα χείλη των ανθρώπων...
Φτάνουν να γίνονται αυτονόητες οι ανέσεις  χωρίς να χορταίνονται... Η φύση διδάσκει τους ανθρώπους όλα τα ξεχασμένα. Τους μαθαίνει την αληθινή έννοια της "καλημέρας" που προδιαθέτει για μιά πραγματικά καλή μέρα, αιχμαλωτίζει τ' αφηρημένα βλέμματα με φούξια και λαμπερό πράσινο, αφυπνίζει το κοιμισμένο ένστικτο της εξερεύνησης και την χαμένη περιπέτεια της ανακάλυψης. Οι άκρες των δαχτύλων γίνονται απαλές κι' ευαίσθητες στ'αγγίγματα, κι' ο ωκεανός που απλώνεται γύρω απ' τις ατόλες σηματοδοτεί την αίσθηση της φυγής αλλά συγχρόνως και τη βεβαιότητα πως πάντα υπάρχει αυτό το "παραπέρα" που έχουμε ξεχάσει να αναζητούμε με πείσμα...


Ο  βυθός αποκαλύπτει τη μαγεία της σιωπής, την γοητεία της έννοιας "εσωτερικότητα" και την τελειότητα ενός κόσμου που διυλίζει το φώς, απορροφά τους ήχους και κάνει κάθε κίνηση να μοιάζει χορευτική. Παρατηρώντας τα τεράστια σαλάχια ν' αποτινάζουν την άμμο απ' τη πλάτη τους και ν' αναδύονται απ' τις κρυψώνες τους με την απόλυτη παραλλαγή, νόμιζα πως έβλεπα μιά χορεύτρια να γλιστράει στη σκηνή αέρινα, κρατώντας τον μανδύα της στις άκρες των δαχτύλων και να στροβιλίζεται με απόλυτη χάρη καθώς απομακρύνεται και χάνεται στο διάφανο τυρκουάζ.
Τα  ψάρια δείχνουν ν' αδιαφορούν για τη παρουσία των ανθρώπων κοντά τους, ή μάλλον την αποδέχονται σαν κάτι φυσικό, μέρος του βυθού και τα όντα τα δίποδα με τα χρωματιστά πτερύγια στα πόδια και τις χρωματιστές προβοσκίδες... Εκεί γίνεται στ' αλήθεια καταννοητό αυτό το λησμονημένο απο τον ανθρώπινο εγωϊσμό γεγονός, πως αποτελούμε μέρος του "όλου" κι' όχι κορυφή...Εμπράκτως μου το διαβεβαίωσε και το πολύχρωμο ψάρι που περιεργάστηκε για μερικά δευτερόλεπτα επίμονα αυτό που κρυβόταν πίσω απ' το γυαλί της μάσκας μου....
Αφέθηκα στο πειρασμό να πιστέψω πως μπορώ να μεταφέρω στις αποσκευές μου τα πειστήρια της ευτυχίας. Κουβάλησα άμμο μέσα σε σακουλάκι και ξεβρασμένα κοχύλια και νεκρά κοράλλια κι' αποτυπώματα γυμνών ποδιών στο μυαλό μου, κι' αύρα θαλασσινή στις χούφτες μου και ίσκιους απο κοκοφοίνικες που πλαγιάζαν δίπλα μου προστατευτικά κι' όλη τη τρυφεράδα του τόπου αυτού, κλειδωμένη τριπλά μές στη ψυχή μου για πάντα....
Ξέπλυνα τις αγωνίες μου με γλυκό νερό κι' αφέθηκα ν' ανασαίνω άρωμα Παράδεισου με γεύση καρύδας. Φεύγοντας, επανέλαβα πολλές φορές στον εαυτό μου πως, αφού αξιώθηκα ν' αγγίξω ένα τετραγωνικό χιλιόμετρο απο τον Κήπο της Εδέμ, πρέπει να είμαι ένας πολύ ευτυχισμένος άνθρωπος. Κι' αφού η ευτυχία δεν ορίζεται σε βάθος χρόνου, παρα μόνο σε βάθος αίσθησης και συνειδητότητας, υποσχέθηκα στο Παντοδύναμο Μέλλον να διαφυλάξω αυτό το πολύτιμο κομμάτι παρελθόντος στη μνήμη μου, τόσο αληθινό και αναλλοίωτο όσο και το κάθε συνειδητό λεπτό του παρόντος μου...
Κι' αφού μόνο η ανάμνηση της ευτυχίας αναπαράγεται, κι' όχι αυτή καθαυτή η ευτυχία, μη έχοντας κι' άλλη επιλογή, με έπεισα, χωρίς μεγάλες αντιστάσεις, πως πάντα κρυμμένα κάπου γύρω μας, μακριά ή κοντινά, βρίσκονται μονοπάτια λουσμένα στο φώς και στα χρώματα, φτάνει η μνήμη να ανακαλέσει την επιθυμία της επανάληψης, ν' ανασύρει τη γλύκα των στιγμών και να τη κάνει πρόσκληση... Και υπόσχεση....
Κι' άν μετανοιώνω για κάτι, είναι που χάραξα στην άμμο τη λέξη "τέλος", σε κρίση θλίψης για την επιστροφή, σε μιά στιγμή παρανόησης της αλήθειας, που πάντοτε διαψεύδεται απο την ίδια τη ζωή. Οπως οι ατόλλες των Μαλδίβων, οριοθετούν τα όριά τους με τον ωκεανό στεφανωμένες απο μιά μακριά γραμμή κυμάτων, παρ' όλα αυτά όμως, συνδέονται μαζί του άρρηκτα μές στο βυθό, μοιράζονται τον ίδιο ήλιο, το ίδιο φεγγάρι, τον ίδιο υποθαλάσσιο πλούτο, έτσι και οι ευτυχισμένες σελίδες της ζωής μας, υπάρχουν εκεί, στα βάθη του μυαλού, έτοιμες πάντα για να εμπλουτιστούν ακόμα περισσότερο με προσμονή κι' ελπίδα, και πίστη και όνειρα και λαχτάρα. Και γίνονται ένα με το ανείδωτο ακόμη, με το άγνωστο, με το διαφορετικό και τ' ονειρεμένο...
Και το κύμα που ξέρει πολλά περισσότερα απο μένα, θα'ρθεί και θα σβύσει το "τέλος" που αυθάδικα θέλησα να δώσω εγώ, η ανόητη. Θα περπατήσουν για λίγο τα καβούρια επάνω του, επιδεικτικά αγνοώντας τις ανθρώπινες έννοιες, κι' ύστερα η θάλασσα με χέρι τρυφερό και συγκαταβατικό χαμόγελο, θα πάρει το δικό της σφουγγάρι και θα εξαφανίσει ότι βάζει όριο στην ομορφιά... Που ξέρει να περιμένει να την εξερευνήσουμε.... Να την ανακαλύψουμε.... Και να τη ζήσουμε... Οπου... Και όποτε....

2 Δεκ 2009

Λιποτακτώ επειγόντως!



Ενας Σκρούτζ Μακ Ντακ, πρέπει να κρύβεται καλά κάπου μες στο μυαλό μου...
Μαζεύει με μανία ομορφιές που δείχνουν μακρινές κι' απρόσιτες, και τις αποθηκεύει σε ντάνες, σε σεντούκια με την επιγραφή "Προς διεκπεραίωση".
Είναι παρατηρημένο πως, όταν τα τρέχοντα αρχίζουν να με στραγγαλίζουν, ανοίγω τα "προς διεκπεραίωση" μπαουλάκια και διαλέγω την πιό θεραπευτική διεκπεραίωση που υπάρχει εκεί μέσα...
Στην προκείμενη περίπτωση, χρειάζομαι επειγόντως : Ανάσες - Φώς - Απόσταση - Χαλάρωση...
Με άλλα λόγια:  Ζεστή θαλασσινή αύρα - Ηλιο καυτό, για να στεγνώσει τις υγρασίες της ψυχής - Την αίσθηση του "Είμ' αλλού" - Παρέα μόνο με τις αισθήσεις. Στην ανάγκη, και με τις ψευδαισθήσεις...
Με άλλα λόγια: Λιποτακτώ για λίγες μέρες...
Εχω προς διεκπεραίωση ένα όνειρο παλιό, καλά φυλαγμένο στη καβάντζα απ' τον Σκρούτζ Μακ Ντακ του μυαλού μου. Μιά απεγνωσμένη απόδραση στο διάφανο γαλάζιο, στους διαυγείς, ολοζώντανους βυθούς, στους ολάνοιχτους ορίζοντες, στο πορτοκαλί των κοραλλιών, στο λευκό-κατάλευκο της άμμου...
Με άλλα λόγια...
Γίνομαι μιά απειροελάχιστη τελίτσα, κάπου σ' ένα απειροελάχιστα μικρό νησί, κάπου στον Ινδικό, κάπου στο χάρτη...
Κι' ύστερα....
Λίγα κοχύλια μόνο νά'φερνα, θέλω, να ευωδιάζουν άρμη και φύκια κι' όταν τα βάζω στο αυτί, να ανασαίνουν τόσο δυνατά που όλα τα στενάχωρα της σκέψης μου να γίνονται καπνός!
Σας το υπόσχομαι!  Μ' ένα χαμόγελο θα επιστρέψω!

25 Νοε 2009

Μικρόκοσμος...



Οταν το γκρί με κυριεύει, πάω για χόρτα...
Η καλύτερη ψυχοθεραπεία, μακράν...
Τραβάω σε χωμάτινα μονοπάτια, αυτά τα χιλιοπατημένα, με το χώμα τ' άνυδρο,  το σκληρό, αυτά που πλαισιώνονται απο ελιές και κυπαρίσια, απο μυγδαλιές αυθάδικες και γκορτσιές αιωνόβιες...
Τραβάω όπου οι μυρουδιές με πάνε, όπου ο αέρας μοσχοβολάει χορτάρι, όπου το χορτάρι μοσχοβολάει βροχή...
Τα πόδια μου έχουν τη δική τους πυξίδα, ούτε που ασχολούμαι με προσανατολισμούς... Τα κοτσύφια και οι φλώροι παραδίδονται σε μιά άνοιξη ιμιτασιόν, χωρίς σκεπτικισμό, να προλάβουν τα τελευταία τους γλέντια νοιάζονται μόνο, κι' εγώ αποτελώ απλά το ντεκόρ στα λημέρια τους... Ποιός νοιάζεται για μιά τρελλή που μαζεύει χόρτα με τις ώρες;
Πέτρες αρχαίες, σαν φυτρωμένες μέσα απ' το χώμα, παντού, τείχη παλιά βρίσκονταν εδώ, και εργαστήρια κεραμικής, το μαρτυρήσαν τα μικροσκοπικά αρωματοδοχεία που βρέθηκαν στην περιοχή.
Χαϊδεύω τους πέτρινους όγκους, το σταθερό, το αναλλοίωτο, το διαχρονικό, το μόνο στέρεο έδαφος που μπορώ να πατήσω χωρίς να βουλιάξω...Χώνω τα δάχτυλα στα βρύα και στις λειχήνες, πέτρες φιλόξενες για τα ταπεινά και τα μεγάλα του κόσμου αυτού, χώνω τα δάχτυλα στο χνούδι της γής, αδιαφορούν τα βρύα, δεν ανατριχιάζουν, αδιαφορούν οι τετραγωνισμένοι βράχοι, μόνο τον ιδρώτα μου δέχονται... Ποιός νοιάζεται για μιά τρελλή που συνομιλεί μυστικά με τις πέτρες;
Τα θυμάρια και τα βάτα αγκαλιάζουν τον δικό τους μικρόκοσμο μ' αληθινή στοργή. Φτιάχνουν σπίτι για τα σαλιγκάρια και πίστες χορού για τις μέλισσες. Κρύβουν καλά τις μυρμηγκοφωλιές και το πήγαινέλα των σαφράδων, που ετοιμάζουν τα κονάκια τους για τον μακρύ, χειμωνιάτικο ύπνο... Παρατηρούν καχύποπτα τα δάχτυλα που τσιμπολογάνε την πιπεράτη ευωδιά του θυμαριού και της ρίγανης και με παροτρύνουν να τους αδειάσω τη γωνιά.... Ποιός νοιάζεται για μιά τρελλή που χώνει τα χέρια της μέσα στ' αγκάθια για ν' αδράξει μυρουδιές;
Τραβάω...τραβάω....κι' όλο κάτω κοιτάω. Ενας ήλιος ντροπαλός, διστακτικός κι' απρόθυμος, τυλίγει με τούλια τη πλάτη μου κι' όλο βιάζεται να φύγει...Το χώμα μυρίζει βροχή ξεχασμένη απο μέρες εκεί, με λίγο πιότερη προσοχή αποκαλύπτει τις γνώριμες, αδρές οσμές του πικραμύγδαλου και της αγριολεβάντας.
Γονατισμένη προσηλώνω το βλέμμα μου στις κοινωνίες των ζουζουνιών. Οι ακρίδες, με τέλεια παραλλαγή, μετατοπίζονται ενοχλημένες στις παραπέρα γειτονιές. Τα μυρμήγκια φτιάχνουν μονοπάτια μεταφορών, απόλυτα προσηλωμένα στον τελικό τους στόχο, τη φωλιά. Κάποιες αργοπορημένες πεταλούδες φορούν τη πούδρα τους στα χέρια κι' απομακρύνονται για κεί που κάτι μώβ ή κίτρινο ξεμυτίζει διστακτικά μέσα απ' το χορτάρι. Παρατηρώ τ' απαρατήρητα... Εξετάζω τ' αόρατα... Δίνω σημασία στα ασήμαντα...Θαυμάζω τ' άλογα και ταπεινά....Ποιός νοιάζεται για τον μικρόκοσμο που σέρνεται γύρω απ' τις σόλες των παπουτσιών μου, που φτερουγάει αθόρυβα αλλά επιτακτικά ανάμεσα στα πόδια μου, που χαράζει αλάνθαστες πορείες και τροχιές σε δρόμους χωρίς πεπρωμένο, χωρίς αμφισβήτηση;
Κάνει ψυχρούλα και οι σκιές λιγοστεύουν....Ανασηκώνομαι χαμογελώντας....Στρέφω το βλέμμα μου προς τα ψηλά. Ο ήλιος με κοιτάει μ' αδιαφορία....Βιάζεται. Ενα τουλπάνι απο ανάρια σύννεφα λικνίζεται πάνω στο μπλέ τ' ουρανού, διυλίζει το μεσημεριάτικο φώς, φιλτράρει τρυφερά τις φθινοπωρινές ζωγραφιές του δάσους και σφυρίζει ανέμελα... Ποιός νοιάζεται για τους ασήμαντους προβληματισμούς μιάς τρελλής που προσκυνάει τα ζούδια και προσπαθεί να γίνει μικρότερη κι' απ' το μικρότερο σκαθάρι;
Ο ήλιος, δε νοιάζεται...Το ξέρω... Τα σύννεφα δε νοιάζονται... Το ξέρω...Οι βράχοι, οι λειχήνες, τα κυκλάμινα, δε νοιάζονται... Το ξέρω... Ούτε ο ουρανός...Σιγά μη νοιάζεται....
Ασήμαντος ο μικρόκοσμος μου για τα πραγματικά μεγάλα του κόσμου αυτού.
Τόσο ασήμαντος, όσο κι' οι φόβοι μου....Κι' οι αγωνίες μου....Κι' οι θλίψεις μου....
Είμαι ένα ζούδι αθέατο και ταπεινό....Απόλυτη παραλλαγή μέσα στο ανθρωπένιο περιβάλλον....Καμιά φορά λυπάμαι... Καμιά φορά μεθάω απο χαρά...Καμιά φορά, δακρύζω....Καμιά φορά τραγουδάω...
Αλλά, ποιός νοιάζεται;
Το Σύμπαν πάντως, όχι!
Βουτάω το Σύμπαν απ' τα μαλλιά μέσα σε τσάντα που μυρίζει θυμάρι και ρίγανη, μασουλάω πιπεράτη ρόκα στο στόμα και κουβαλάω τόνους μουχρίτσα κολλημένη στα παντελόνια μου...
Φέρνω το Σύμπαν στη κουζίνα μου. Καθώς καθαρίζω τα χόρτα, νεογέννητα σαλιγκαράκια σκαρφαλώνουν στον θαυμαστο κόσμο του νεροχύτη μου....Τα επιστρέφω εκεί που ανήκουν...Στον δικό τους μικρόκοσμο...
Κι' επιστρέφω χαμογελαστή όσο ποτέ , στον δικό μου....
Είμαι σίγουρη ότι τα σαλιγκάρια δεν με θυμούνται πιά...
Οπως κι' εγώ, που ξέχασα κιόλας το γκρί μου....

18 Νοε 2009

Παράθυρα χωρίς θέα.


Με διακατέχει το σύνδρομο "παράθυρα χωρίς θέα".
Κάποιοι, μπορεί να τ' ονομάζουν θλίψη. Η, απογοήτευση. Η, απελπισία. Η, απαισιοδοξία, οι πιό αισιόδοξοι.
Είμαι πολύ αισιόδοξος άνθρωπος.
Μπορώ να γίνω ευτυχισμένη με τα πιό απλά πράγματα. Και με τα πιό μικρά. Και με τα καθημερινότερα των καθημερινών. Μου φτάνει που οι εβδομάδες έχουν Κυριακές.Μου φτάνει που τα χρόνια φυλάνε  Χριστούγεννα για το τέλος τους. Που τα καλοκαίρια έχουν νησιά. Που οι χειμώνες έχουν πέτρινα, χιονισμένα σπίτια. Που ξέρω ν' ανακαλύπτω τα κρυμένα πετροράδικα στις κρυψώνες τους.
Μου φτάνει που μ' αγαπάνε τέσσερεις άνθρωποι, πολύ. Μου φτάνει που αγαπάω τέσσερεις ανθρώπους, πολύ. Που ξοδεύω τις ανάσες μου μόνο γι' αυτούς. Που δεν φοβάμαι να θυμάμαι. Που δε με νοιάζει να με θυμούνται. Που μπορώ και κλαίω ακόμα. Και που τραγουδάω, μερικές φορές. Που υπάρχουν μουσικές που με συναρπάζουν. Και ευωδιές που με γοητεύουν.
Μου φτάνουν οι στίχοι του Καββαδία. Ο Μικρός Πρίγκηπας του Σαιντ Εξυπερύ. Οι μουσικές του Μάνου Χατζιδάκη. Το χρώμα στους πίνακες του Βάν Γκόνγκ. Και των πεσμένων φύλλων στο κήπο μου.
Το αναμένο τζάκι. Το χουρ-χουρ της γάτας μου. Ο καφές με άρωμα φουντούκι. Το κρασί.
Είμαι ένας απλός, καθημερινός, αισιόδοξος άνθρωπος.
Αλλά, δεν αντέχω τα παράθυρα χωρίς θέα.
Τα παράθυρα βρίσκονται εκεί για να ταξιδεύουν τη ματιά. Για ν' αποκαλύπτουν ορίζοντες. Για να υπόσχονται το "παραπέρα". Για να λούζουν στο αληθινό φώς τ' άδεια δωμάτια. Για να φτιάχνουν σκιές με χρώμα πάνω στούς λευκούς τοίχους. Για να δίνουν πνοή στη φαντασία. Για να οριοθετούν το "διαφορετικό". Για να μας κάνουν να καβαλάμε περβάζια. Για όπου...
Το σπίτι που ζώ το λένε Ελλάδα και κάθε μέρα χτίζεται κι' απο μιά σειρά τούβλα στα παράθυρά του. Οι άνθρωποι προσπαθούν να ψηλώσουν λίγο παραπάνω απ' τη τελευταία αράδα πόυ έχει χτιστεί. Στέκονται στις μύτες των παπουτσιών και παλεύουν για λίγη θέα. Τα μιστριά όμως, δουλεύουν γρήγορα. Το βλέμμα ποτέ δεν τα προλαβαίνει. Ο αέρας που μπαίνει στο σπίτι μυρίζει τσιμέντο και μούχλα. Κάθε πρωί, άλλη μιά σειρά απο τούβλα έχει προστεθεί πάνω στη προηγούμενη. Οι άνθρωποι τότε, παίρνουν σκαμνιά. Μέσα απο χαραμάδες βλέπουν πιά. Τα δωμάτια σκοτεινιάζουν όλο και πιό πολύ. Μπαίνουν τα όρια. Μέχρι εδώ η ζωή μας. Εκεί έξω υπάρχει το "αύριο". Οι άνθρωποι κοντεύουν να πιστέψουν πως αυτό το "εκειέξω" ονομάζεται "μή-ζωή". Χτίζουν τα παράθυρα για να μη το βλέπουμε, να μη το επιθυμούμε. Να μη το υποψιαζόμαστε.  Να το ξεχάσουμε σιγά-σιγά. Να συνηθίσουμε την ασφάλεια των τεσσάρων τοίχων. Να βάφουμε τα όνειρά μας στις αποχρώσεις του Νεοπάλ. Χρώμα πλαστικό καλής ποιότητας. Με μεγάλη ποικιλία αποχρώσεων, για όλα τα γούστα.
Μόλις τελειώσει το χτίσιμο, οι άνθρωποι θα πάψουν να ψηλώνουν. Δεν θά'χει νόημα πιά. Αντιθέτως, θα μάθουν να ζούν σκυφτοί για να μοιάζει ψηλότερο το ταβάνι. Λίγο-λίγο, θα συνηθίσουν να περπατούν καμπουριαστοί, να κάθονται ανακούρκουδα, να καταλαμβάνουν όλο και λιγότερο απ' το χώρο που τους αναλογεί μες στα δωμάτια. Θα μάθουν να έρπουν με ευκολία ανάμεσα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και να προσανατολίζονται θαυμάσια προς τον τοίχο του βορά, προς την ανατολή του προσκέφαλού τους, προς τη δύση της οθόνης της τηλεόρασης, προς το νότο της πόρτας που οδηγεί σε διάδρομο τυφλό.
Θα προσαρμοστούν γρήγορα στο ν' αγκαλιάζουν τα ξύλινα πατώματα και να μετρούν τις σκλήθρες, και θα ταϊζουν το σαράκι που μοιράζεται το χώρο τους. Και το χρόνο τους.
Σιγα-σιγά θ' αποκοιμιούνται κουλουριασμένοι και το τικ-τακ των ρολογιών θα γίνει οι εποχές τους, η μέρα και η νύχτα τους, θα γίνει σύντροφος κι' εχθρός συγχρόνως, ενώ τα ξυπνητήρια θα σιγήσουν, για ν' αποδυναμώσουν τη μνήμη, να ξεχαστεί εκείνο το "εκεί έξω", να σβύσουν τα χρώματα τ' αληθινά και μαζί τους η λέξη "ελπίδα"...
Είμαι ένας αισιόδοξος άνθρωπος. Που δεν αντέχει τα παράθυρα χωρίς θέα. Τη ζωή χωρίς "αύριο". Τα μαυρόασπρα όνειρα. Τα μή-όνειρα. Τα σκοτεινά δωμάτια. Τα μάτια που ξέχασαν να χαμογελούν. Τις εβδομάδες χωρίς Κυριακές. Το νεκρό χρόνο. Τα πλαστικά χρώματα. Το "μέχρι εδώ".
Θέλω να κουλουριαστώ σαν έμβρυο πάνω στο κρεβάτι μου. Να βάλω τρυφερές μουσικές να παίζουν. Να μετρήσω μέχρι τα εκατό. Να πώ "φτού και βγαίνω". Και να βγώ απ' το σπίτι που το λένε Ελλάδα, μέσα απ' τη τελευταία χαραμάδα που δε προλάβανε να χτίσουν ακόμη.
Να τρέξω έξω, στον καθαρό αέρα, να συναντήσω όλα τα "θά" που μου ανήκουν και δικαιούμαι, και κοιτώντας πίσω μου να ψιθυρίσω με ραγισμένη φωνή:   Φτού ξελευθερία!

9 Νοε 2009

Μιά Γυναίκα-Ιδεολογία.

Αισθάνθηκα
πολύ μικρή....
Οταν το βράδυ της Κυριακής,
παρακολούθησα τη συνέντευξη της Κωνσταντίνας Κούνεβα,
στον Σταύρο Θεοδωράκη....
Πολύ, πολύ μικρή....

4 Νοε 2009

Η μπαλάντα της τραγικής στιγμής.



Και πώς συμπυκνώνεται λοιπόν, μέσα σε μιά τραγική στιγμή, η απόγνωση, σε απόφαση; Και πώς, μέσα σε δευτερόλεπτα , γίνεται η απόφαση λάθος χωρίς ανατροπή, ή, λύση χωρίς τη χαρά της ανακούφισης;
Χρόνια τώρα, προσπαθώ να το καταννοήσω... Χωρίς αποτέλεσμα.... Ισως γιατί, είμαι ο άνθρωπος της "δεύτερης ευκαιρίας"...Ισως γιατί, αρνούμαι την παραίτηση... Ισως γιατί, φοβάμαι πολύ το θάνατο...Που φοράει το πρόσωπο της απόλυτης παραίτησης...
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Πρώτα ακούστηκε μιά γλάστρα να σπάει. Με δύναμη. Μιά πολύ μεγάλη γλάστρα. Ο γδούπος πνίγηκε σχεδόν μέσα στούς θάμνους και στο νωπό φθινοπωρινό χώμα. Νύχτα υγρή και σκοτεινή, ώρα προχωρημένη, δύο, τρείς τα ξημερώματα. Δεν φυσούσε. Δεν έκανε κρύο. Δεν είχε φεγγάρι. Μιά νύχτα που κοιμότανε για τα καλά ήταν, αυτή τη νύχτα διάλεξε, αρχές Νοέμβρη, χρόνια πρίν, να φτύσει το κόσμο κατάμουτρα και να παραιτηθεί.
Απ' το μπαλκόνι μου, βαριεστημένα έριξα μιά ματιά, να δώ ποιά γλάστρα έσπασε, όλες στη θέση τους, ίχνος αέρα, κανένα ρολό δεν σηκώθηκε, το κιούπι μόνο με τη δράκαινα, κάτω, στη είσοδο της πολυκατοικίας, έλειπε... Διέκρινα κάποια κομάτια του σπασμένα, εδώ κι' εκεί διασκορπισμένα ανάμεσα στις λεμονιές του κήπου και στα λιγούστρα....
Εμεινα εκεί λίγα λεπτά, απόρησα, έψαχνε το βλέμμα στα ψηλά, πώς έσπασε το κιούπι, μά πώς έσπασε; Τα μάτια συνηθίσαν το σκοτάδι, η νύχτα όμως έμοιαζε να ψυχοραγεί, ανεξήγητα, αδιόρατα κι' αναίτια, η νύχτα μύρισε θάνατο και παραίτηση.
Κάτω και λίγο δεξιά απ' το μπαλκόνι μου, μισοκρυμμένο απ' τις φυλλωσιές υπήρχε ένα σώμα. Δυό πόδια διέκρινα, γυμνά, χωρίς ρούχο, χωρίς παπούτσια, χωρίς κίνηση. Θυμάμαι πολύ καλά τούς χτύπους της καρδιάς μου που νόμιζα, πως θα σηκώνανε τη γειτονιά στο πόδι. Θυμάμαι καλά, το τρέμουλο στα πόδια και στα χέρια, κρύωσα πάρα πολύ ξαφνικά, ο φόβος ήταν, δεν ήταν η υγρασία, ο τρόμος ήταν, που η νύχτα αυτή έφερε στο κατώφλι μου το θάνατο, τόσο επιθετικά, τόσο αποτρόπαια, τόσο παράλογα...
Τηλέφωνα. 166. Κουδούνια στους συγκάτοικους. Αστυνομία. Αναγνώριση.
Ηταν γυναίκα. Γύρω στα 40. Μου ήταν άγνωστη. Φορούσε μόνο ένα αθλητικό φανελάκι και τη κυλότα της. Τα μαύρα της μαλιά αντανακλούσαν κόκκινες στάλες απο αίμα. Το σώμα άθικτο σχεδόν. Η έκφραση της παραίτησης στο πρόσωπο και στα μισανοιγμένα μάτια. Εκανε τη διαδρομή της πτώσης απ' το κλιμακοστάσιο τού τέταρτου ορόφου. Το παράθυρο ήταν ανοιχτό. Στις σκάλες κάτω απ' το παράθυρο, μιά σαγιονάρα. Η άλλη βρέθηκε δίπλα της, στο τσιμέντο, έξω απ' τα παρτέρια. Στο διαμέρισμα δίπλα απ' το δικό μου, έμενε η αδερφή της. Που όμως έλειπε εκείνες τις μέρες. Είχε κλειδιά. Και είχε αποφασίσει. Να φτύσει κατάμουτρα το κόσμο και να παραιτηθεί. Σίγουρα η ίδια, πίστευε πως ήξερε το γιατί. Και μάλλον δε την ένοιαζε να πάει παραπέρα. Πα-ραί-τη-ση. Τελεία.
Αστυνομία. Ερωτήσεις. Υποθέσεις. Κουτσομπολιά. "Ερωτική απογοήτευση."" Είχε ψυχολογικά" και τέτοια. Και στο μυαλό μου μέσα ένα τεράστιο ερωτηματικό...Πώς συμπυκνώνεται μέσα σε μιά απειροελάχιστη, τραγική στιγμή όλη η απόγνωση και γίνεται απόφαση; Αγρυπνη νύχτες ολόκληρες, ν' αναλογίζομαι αυτά τα πόδια, τα γυμνά, να δρασκελίζουν το περβάζι τόσο αποφασιστικά, τόσο σίγουρα, ν' αδειάζει σαράντα χρόνια ζωή μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα στο χώμα, να πνίγει όλα τ' αύριο που της ανήκαν, μέσα στο ίδιο της το αίμα, να απαγορεύει στα "μετά" να υπάρξουν, τόσο αμετάκλητα, τόσο ανεπίστρεπτα, τόσο καθοριστικά.
Χρόνια τώρα, παλεύω να καταννοήσω τούς αυτόχειρες και την έννοια "παραίτηση". Αλλά, δεν μπορώ. Απο κείνη τη νύχτα του Νοέμβρη, όσες προσπάθειες έκανα να συμφιλιωθώ με το θάνατο ήταν μάταιες. Εχω καταλήξει στο συμπέρασμα πως, δεν είναι η ιδέα του θανάτου που με τρομάζει. Είναι αυτή, η ολική παραίτηση που ζωγραφίζεται στα πρόσωπα των πεθαμένων. Είναι αυτή, η παντοδυναμία μιάς τραγικής στιγμής, που μπορεί τα πάντα ν' αλλάξει, αλλά ερήμην των ίδιων των νεκρών. Είναι αυτή, η παντοδυναμία της απόφασης, εκείνα τα συγκλονιστικά λεπτά, ή δευτερόλεπτα που ο άνθρωπος έχει τον απόλυτο έλεγχο της ύπαρξής του στα χέρια του. Η, νομίζει πως τον έχει. Και, αντί να το γιορτάσει, το ξερνάει. Το φτύνει. Το αρνείται.
Κάποιες φορές, λέω μέσα μου, ο θάνατος μπορεί και νάναι γιορτή. Οταν δεν είναι αποτέλεσμα ένός εκούσιου "στιγμιαίου λάθους". Οταν μας επιλέγει. Και δεν τον επιλέγουμε. Οπως, δεν επιλέγουμε το να γεννηθούμε. Οταν μας συναντάει αναπόφευκτα, και δεν τρέχουμε να τον συναντήσουμε. Οταν, κυρίως, του δίνουμε την ευκαιρία να μας παλέψει...
Κι' άν, τελικά, η ζωή μας δεν είναι τίποτα περισσότερο απο εικόνες και στιγμές, ωραία, ή άσχημα βιωμένες, ποιός και πώς αποφασίζει να "κάψει" τα φιλμς τών "προσεχώς", να σκίσει τίς επόμενες σελίδες ενός βιβλίου μισοδιαβασμένου, να εγκαταλείψει πρόωρα τα θρανία της αέναης μάθησης και ημιμαθής και παραιτημένος να τσακίζει πάνω στα τσιμέντα ένα τσουβάλι ελπίδες και στιγμές αγέννητες ακόμη;
Στοίχιωσε μέσα μου αυτή η αυτοχειρία. Στοίχιωσε κι' η στιγμή. Πήρε τη μορφή εκείνης της πεσμένης στα σκαλιά του κλιμακοστασίου σαγιονάρας, πού'μοιαζε ν' αντιστάθηκε στο επερχόμενο. Πού'μοιαζε να μη παραιτήθηκε, σα να αρνήθηκε ν' ακολουθήσει τη πτώση. Σα να διεκδίκησε τη δική της ζωή. Σα να προστάτευσε τ' ανθρώπινα κύτταρα που κουβάλαγε πάνω της απ' τον εκούσιο θάνατο. Σα να μην τον συναποφάσισε...
Σα να φώναξε "Μή"......

22 Οκτ 2009

H μπαλάντα της Στιγμής

Η δύναμη της εικόνας;
Η, η δύναμη της μουσικής;

Πώς διαλύεται ο χρόνος στιγμιαία, χίλια κομμάτια γίνονται τα χρόνια που πέρασαν και σαν σε έκρηξη εκσφενδονίζονται βίαια και μές στο άπειρο της στιγμής έρχονται εικόνες μαζί με νότες και καρφώνονται αναίμακτα στο μυαλό...
Δεν πονάει. Εκπλήσσει.
Ενας Νοέμβρης μακρινός, πίσω αφημένος στα χρόνια, πάντα τρυφερός αυτός ο μήνας, ερωτικός και μυστήριος, υπόσχεται κι' αποκαλύπτει, με κινήσεις αργές, απολαυστικές, πετάει τα ρούχα του, δεν βιάζεται καθόλου, σφυρίζει μελωδίες ξεχασμένες, ίσως λιγάκι ντεμοντέ, καί πάντα καταφέρνει να ιδρώνει τα κορμιά των ανθρώπων χαμογελώντας, να παίρνει μετά ένα σφουγγάρι απο βρύα και λειχήνες και να τα σκουπίζει στοργικά.
Ενας Νοέμβρης μακρινός κι' ερωτευμένος με τον έρωτα, ν' απλώνει ομίχλες που κρύβουν τίς ντροπές, να λούζει στην ώχρα το κόκκινο της ηδονής, να προσγειώνει και ν' απογειώνει συνάμα την υπόσχεση, την προσδοκία, τον πόθο, τη φυγή, το τέλος...
Οτι τελειώνει... Οτι δεν τελειώνει ποτέ... Τούς φευγάτους έρωτες του παρελθόντος, όλα τα ά-μορφα που πρέπει να πραγματωθούν, όλα τ' αθάνατα που αναπνέουν μέσα μας, μα δεν τα νοιώθουμε...
Ενας Νοέμβρης μακρινός λοιπόν, χαμένος στο "τότε", και μιά μουσική! Σε μιά στάση του χρόνου, που μερικές φορές μοιάζει αιώνια και ώ! του θαύματος, παραμένει αιώνια! Σε πείσμα τών καιρών και μιάς μνήμης ισοπεδωτικής, μιά εικόνα και μιά μουσική πιάνουν στα χέρια τους το καλέμι και σμιλεύουν τίς θύμησες τις μακρινές "ξεσκαρτάροντας" επιδέξια το περιττό και το ανώφελο, την ουσία μόνο κρατώντας, την απόλυτη αξία της στιγμής, χωρίς τα "πρίν" και τα "μετά", χωρίς στολίσματα και εξηγήσεις, χωρίς "γιατί" και "επειδή", εικόνα μόνο κι' ήχος, χρειάζεται "γιατί" η εικόνα; Χρειάζεται "επειδή" ο ήχος;
Στροφές ανάβασης μέσα σε τοπίο φθινοπωρινό, ανυποψίαστος ο νούς σιγοτραγουδάει ευτυχισμένος για την ομορφιά εκεί γύρω, για την ομορφιά εκεί μέσα του... Ρουφάνε τα μάτια το χρυσό ολόγυρα, μαζεύουνε το κόκκινο απ' τα δέντρα, το κάνουν ένα με το κόκκινο της καρδιάς, αναβλύζει η ψυχή το χρυσό του έρωτα, το κόκκινο της προσμονής, το χλωμό καφεκίτρινο του φόβου που δεν αντέχει τα μεγάλα φορτία ευτυχίας...
Εκεί, σε μιά στροφή, ξεπροβάλλει η Δημητσάνα. Ακουμπισμένη με τό'να χέρι στη μέση και τ' άλλο απλωμένο στα υψώματα πίσω της, σα να στηρίζεται νωχελικά κι' αγέρωχα στα χώματά της, με τα πόδια ανοιχτά και τα μάτια μισόκλειστα, με πεντακάθαρη ποδιά και μπούστο κεντημένο...
Καλύπτει ομίχλη τα κεραμίδια των σπιτιών, μόνο κομμάτια αποκαλύπτονται σιγά-σιγά, "θέλει υπομονή η ομορφιά", σα να σου λέει χαμογελώντας με σιγουριά, σκορπίζει κάπνα στον ουρανό και ευωδιά καμμένου ξύλου στα ρουθούνια, κι' ύστερα παίρνει τις σκιές απ' τα σύννεφα και τις φοράει τσεμπέρι, μισό να φαίνεται το πρόσωπο, "έλα κοντά" φωνάζει ,"μέσα στις πέτρες των σπιτιών μου, έχω φυλαγμένες αγκαλιές και χάδια", υπόσχεται, και υποδέχεται...
Και μιά κασέττα στο αυτοκίνητο σα να σταμάτησε στο χρόνο.... "Think twice, it's another day for you and me in Paradise"....
Πώς γίνεται αλήθεια, ένα απλό, σχεδόν παιδικό τραγουδάκι να χωρέσει έναν ολόκληρο Παράδεισο; Να δυναμώνει η φωνή του Phil Collins, ν'αγκαλιάζει την εικόνα κι' η εικόνα να επιστρέφει τη φωνή;
Να γίνεται αυτό το μαγικό ταίριασμα, χωρίς πεντάγραμμα, χωρίς φίλτρα, μόνο με την αδιαφιλονίκητη εξουσία της στιγμής, που έρχεται απρόβλεπτα και απρόβλεπτα φεύγει;
Είναι αυτά τα ελάχιστα λεπτά που καθορίζουν τις μνήμες, που διαχωρίζουν το "ζώ" απ' το "βιώνω", που συμπυκνώνονται οι μουσικές όλου του κόσμου με τις μουσικές της καρδιάς, που ανακαλύπτεις ένα κρυφό παράθυρο στη έκσταση, είναι το "τίκ" του ρολογιού που μοιάζει να διαρκεί αιώνια, είναι το "τάκ" του ρολογιού, που μοιάζει να μην ήρθε ποτέ στ' αυτιά , να το πήρε ο Λούσιος στα νερά του, μόνο την ώρα του θανάτου θ' ακουστεί ξανά...
Γίνεται...
Οταν, η εικόνα σφραγίζει τη μνήμη με νότες....
Οταν οι νότες έχουν το χρώμα του έρωτα...
Οταν οι έρωτες βάφουν με τ' άλικο χρώμα της Κνωσσού τη Στιγμή....
Οταν η Στιγμή, πνίγει τους φόβους και την άρνηση...
Οταν η μνήμη δεν σκέφτεται ποτέ δυό φορές....
Δρασκελίζει μεμιάς κοιμισμένους αιώνες και χρόνια, χωρίς δισταγμό, χωρίς ντροπή, χωρίς θλίψη, ψάχνει και βρίσκει αυτό το "τίκ", φρέσκο κι' ανέγγιχτο απ' τον καιρό, το "ρετουσάρει" ελαφρά με λίγο ρόζ και Νοεμβριάτικη ομίχλη, και το σερβίρει σε δίσκο μπακιρένιο, Δημητσάνικο.
Το ράδιο παίζει το "Another day in Paradise" και η Αυτής Μεγαλειότης η Στιγμή, γιορτάζει τις αιώνιες επετείους της αθανασίας της

11 Οκτ 2009

Τ΄απλά.


Θέλω να γράψω για τ' απλό, απόψε. Να ξεχάσω τίς λέξεις και να καταθέσω νοήματα μουγγά. Και ν' αστράφτουν απ'αλήθεια και απλότητα. 
Ανεπίδεκτος μαθήσεως ο νούς, χάνονται τ' απλά του κόσμου μέσα στα ελικοειδή του μονοπάτια. Μπαίνουν τα χρώματα  στη μέση και οι σκέψεις παραπλανούνται κι' ύστερα περιπλανιούνται. Ανόητες προσπάθειες αφαίρεσης, καταλήγουν πάντα στο ίδιο σημείο. Ο λόγος γίνεται αντίλογος, γυρνάει και δαγκώνει την ουρά του, άμυνα και επίθεση μαζί, καταλήγει ένα κουβάρι πρίν πεθάνει, δεν βρίσκεται το απλό στον κύκλο, ο κύκλος είναι περίπλοκο σχήμα, στίς κοίλες επιφάνειες δεν υπάρχει ούτε τέλος, ούτε αρχή.
Πόσο απερίγραπτα δύσκολο είναι να γράψω για τ' απλό... Να κάνω τα μάτια μου σχισμές, χάνονται έτσι τα περιττά, το βλέμμα εστιάζει σ' ότι πραγματικά υπάρχει. Να γεμίσω πέντε σελίδες λέξεις και με τα μάτια μου σχισμές ν' απομονώσω τρείς προτάσεις που να μπορούν να τις συλλαβίσουν μωρά παιδιά.
Ν'απαριθμήσω τ' απλά εκατό φορές, να μάθω να μη τα ξεχνάω. Ν' αποκωδικοποιήσω τα νεύματα των ματιών και τα πρωτόγονα αγγίγματα. Να πετάξω στα σκουπίδια όλα τα διφορούμενα και τα υπερθετικά.
Να ανακαλύψω όλες τις μουσικές του κόσμου μές στο "ντο"και στο λευκό να βλέπω χρώματα.Να γυρίσω χίλιες στροφές γύρω απ' τον αξονά μου, να ξετυλίγονται ένα-ένα τα "επιπλέον", να χάνονται μές στη φυγόκεντρο τα λόγια, έναν αιώνα λόγια κυοφορώ μές στο μυαλό μου, τις σημασίες μόνο να κρατήσω και στην ουσία των πραγμάτων να με ταξιδεύω.
Αδύνατον να γράψω για τ' απλό! Ολα τ' απλά που έχω εύκαιρα, χοροπηδούν ξεδιάντροπα κι' αρνούνται να γίνουν λέξεις...Δεν χωράνε. Γλιστρούν στα πλήκτρα οι Κυριακάτικες φθινοπωρινές λιακάδες, τα χιλιοειπωμένα "σ'αγαπώ" όλου του κόσμου, ένα ζευγάρι μάτια παιδικά, ένα χαλί απο φύλλα, μιά χούφτα φρέσκα καρύδια, η "Σονάτα υπο το σεληνόφως", δυό ζωγραφισμένα βότσαλα, τα παραμορφωμένα χέρια των γερόντων, ένα ποτήρι γιοματάρι, ο ύπνος των μωρών, οι ψάθινες καρέκλες καφενείων.
Με περιπαίζουν και δραπετεύουν...
Προλαβαίνω στον αέρα ένα χαμόγελο. Πάτάω το enter και το φυλακίζω....

Κι' ότι γίνει...

30 Σεπ 2009

Ποιός τη ζωή μου, ποιός τη κυνηγά;



Θέλει να ματώσει ξανά...Να μείνουν τούφες απο τα μαλλιά της στα χέρια του "μυστικού" της αστυνομίας, αλλά να μη τη νοιάζει...Να τρώει τις γροθιές στα μούτρα και να γελάει μέσα της...Να παραπαίει, με σκισμένο τζήν και αίμα στα χείλη, αλλά να νοιώθει δυνατή....Ν' ακούει βρισιές που φτύναν μίσος, αλλά να μη νοιώθει ταπείνωση... Θέλει να ξαναζήσει την απόλαυση της αδρεναλίνης, πεταμένη κάτω, στη κλούβα, με μιά μπότα πάνω στο πρόσωπο κι' ένα "θα σε λοιώσω μωρή κουφάλα"να σφυρίζει απειλητικά, να αιωρείται ανάμεσα σ' εκείνη και στούς "άλλους", και να ψιθυρίζει αχνά "ρουφιάνοι, ρουφιάνοι, ρουφιάνοι", το αιώνιο πείσμα της, η ανίκητη αντίδραση, η βεβαιότητα, το θράσσος, όλα ασπίδα αόρατη που ήξερε, ήταν σίγουρη, πως θα την κρατούσαν ζωντανή...
Στο ασανσέρ, στην Ασφάλεια, έξι ορόφους, έτρωγε χτυπήματα στο στομάχι, τα χέρια του "μυστικού" σαν τανάλιες, κοντός, θεόκοντος αλλά με δύναμη ταύρου, πόναγε παντού, όμως, όχι μέσα της.
Φωτογραφίες, ανφάς, προφίλ, αποτυπώματα, ερωτήσεις που δεν περίμεναν απάντηση, ειρωνία στο βλέμμα τους, ειρωνία στο βλέμμα της...Ούτε αμφιβολία, ούτε ανασφάλειες, ούτε φόβος... Νικητές ανακυρήσσονταν το δίκιο και τα νιάτα της...
Πόσο θέλει να ματώσει ξανά... Το κελλί, μιά σταλιά. Οι τοίχοι χιλιογραμμένοι. Δεν είχε μολύβι, να γράψει κι' αυτή....Δεν είχε νύχια να χαράξει το τσιμέντο.... Μόνο φωνή είχε, που σιγανά, τραγούδαγε όλη τη νύχτα Θεοδωράκη.... Σιγανά,πολύ σιγανά, όχι με φωνή, με θυμό, με σφιγμένη γροθιά....
Φλεβάρης ήταν... Μέσα εκεί, ήταν ακόμα πιό Φλεβάρης....¨Ηθελε να στρώσει κάτι χάμω, να ξαπλώσει, έτρεμε απο κρύο, έτρεμε απο πόνο, το αμπέχωνο είχε μείνει εκεί, στην Ακαδημίας, πεταμένο στο πεζοδρόμιο, ούτε θυμάται πώς γλύστρισε απο πάνω της.... Τα χτυπήματα μόνο θυμάται, το σύρσιμο πάνω στις τσιμεντόπλακες, απ' τα μαλλιά, τίς κλωτσιές στα καλάμια, στα πλευρά, κάτι σαν γκλόμπ στούς ώμους, στο πάνω μέρος της παλάμης, στον αυχένα, και τίς στάλες απ' το αίμα , τα δόντια τα σπασμένα στη γλώσσα της, κι' ένα πόνο πού'μοιαζε να μην είναι δικός της, να μη προέρχεται απ' το σώμα της, αλλά ούτε απ' τη ψυχή της...Μάτια πολλά, μαζεμένα γύρω κοίταζαν σα να ντρέπονταν για το φόβο τους, εκείνη μόνο ντρεπόταν που τούς έκανε και ντρέπονταν...
Βημάτιζε όλη νύχτα, πάνω κάτω, πάνω κάτω, πέρναγε το χέρι στο κεφάλι που τό'νοιωθε μουδιασμένο και στη παλάμη έμεναν τρίχες, μακριές, καστανές και ίσιες... Το ένα πόδι σχεδόν γυμνό, το τζήν είχε ανοίξει στη ραφή, αυτό την ενοχλούσε πιό πολύ, την έκανε να νοιώθει ευάλωτη, γυμνή...Τα σαγόνια της χτυπούσαν, καλύτερα να τραγουδάει, βάσταγε το ρυθμό με το κροτάλισμα...
                                 Το μεσημέρι χτυπάνε στο γραφείο
                                 μετρώ τούς χτύπους, το πόνο μετρώ
                                είμαι θρεφτάρι, μ' έχουν κλείσει στο σφαγείο,
                                σήμερα εσύ, αύριο εγώ.....
Σκεφτόταν τους γονείς της.... Δεν ήξεραν τίποτα. Ισως να τούς ειδοποιούσε η Αννα....Ηταν Σάββατο, δε θάβγαινε πριν τη Δευτέρα....Μα ούτε που την ένοιαζε....
Οσο πέρναγε η ώρα, πονούσε περισσότερο. Καθόταν για λίγο, με πλάτη στο τοίχο, θυμόταν συνθήματα, γροθιές υψωμένες, μάτια λαμπερά, φωνές βραχνές, παντελόνια καμπάνα, χακί αμπέχωνα, μάγουλα κόκκινα, και τόσες καρδιές ολόγυρα, απόλυτα συντονισμένες μεταξύ τους, στον ίδιο παλμό, στον ίδιο ρυθμό, στο ίδιο όραμα, ξέχναγε τον πόνο, ξέχναγε το κρύο, ψήλωνε πολύ ξαφνικά, ούτε το κελί της δεν τη χώραγε...
Ας ήταν πάλι να ματώσει....
Ξημερώματα, άκουσε φασαρία... Σε κάποιο κελί, δίπλα της, παρακάτω ίσως, μιά γυναίκα φώναζε ακατάληπτα. Μόνο "Παναγιά μου, Παναγιά μου" άκουγε, κάτι ανάμεσα σε κλάμα, σε απόγνωση, σε υστερία... "Αχ, Νίκο, άχ Νίκο, άααααχ!", κάτι τέτοιο, μιά απελπισία, λίγα μέτρα μακριά της.... Δεν ήξερε... Δεν φανταζόταν.... Μιά γυναίκα. Μιά αντάρα. Εκεί, λίγο παραδίπλα... Μιά δυστυχία, μιά ανατροπή, τόσο διαφορετικό συναίσθημα απ' το δικό της...Εκείνη ένοιωθε προστατευμένη, απ' τ' όραμά της...Η άλλη, αυτή πιό κάτω, έμοιαζε ν' αντιστέκεται στη μοίρα, να χάνεται μέσα στο πεπρωμένο της, χτυπημένη απ' το πεπρωμένο της.... Αυτή, πονούσε με το σώμα της... Η άλλη, πονούσε με την καρδιά της...Τό'νοιωθε, κι' άς μη την έβλεπε... "Αχ, Νίκο μου..." σα ν' αποχαιρετούσε τη ζωή της....
Φίλη, αρραβωνιαστικιά, έμαθε μετά. Κάποιου Κοεμτζή. Νίκου Κοεμτζή. Σκότωσε τρείς για μιά παραγγελιά. Τρείς μπάτσους, για μερικές βεργούλες.... Το τραγούδι που της άρεσε να χορεύει στα ρεμπετάδικα...Δεν τον καταδίκασε ποτέ . Δεν τον λυπήθηκε ποτέ. Πάντα πίστευε πως δεν είναι άξιοι λύπησης οι άνθρωποι που υποκύπτουν στα πάθη τους. Αρκεί να τα πλρώνουν. Ας ζήσουν... Ας πεθάνουν... Αρκεί να τη ξοδέψουν τη ζωή που τούς αναλογεί. Αρκεί να γδάρουν το πετσί τους ζωντανοί, άν αντέξουν, άντεξαν... Αν όχι... Ενας λιγότερος... Ζωντανός; Να παλεύει με τις αμαρτίες του.... Πεθαμένος; Αχρηστος, αχρείαστος, ατιμώρητος, αμάτωτος.... Το χειρότερο! Αμάτωτος...Και το ακόμα πιό χειρότερο, ζωντανός αξόδευτος, πεθαμένος αξόδευτος....Σε θάνατο! Σαν το Κοεμτζή. Ισόβια σα τον Κοεμτζή. Αλλά αξόδευτος; Οχι! Ποτέ! 
Αναδεύεται στο καναπέ, να ταχτοποιήσει τις μνήμες.... Να ζωντανέψει το αίμα... Να αναβιώσει τον πόνο....
                                 Ποιός τη ζωή μου, ποιός τη κυνηγά
                                 να τη ξεμοναχιάσει μές στη νύχτα,
                                 ουρλιάζουν και σφυρίζουν φορτηγά
                                 σαν ψάρι μ' έχουν πιάσει μές στα δίχτυα...
                                 Για κάποιον μές στο κόσμο είν' αργά...
                                 Ποιός, τη ζωή μου, ποιός τη κυνηγά;
                                 Ποιός τη ζωή μου, ποιός παραφυλά
                                 στου κόσμου τα στενά ποιός σημαδεύει;
                                 Πού πήγε αυτός που ξέρει να μιλά
                                 που ξέρει πιό πολύ και να πιστεύει;
Ας μάτωνε λίγο και τώρα... Ας πίστευε.... Ας μέτραγε βήματα, πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, άς κρύωνε, ας φοβότανε έστω λίγο... Ο φόβος κρύβει ελπίδα.... Ενα κελί 2 επι 3, κρύβει πολύ ελευθερία μαζεμένη, συμπυκνωμένη πάνω σε γραμμένους τοίχους, σε ματωμένα αποτυπώματα.... Ας ένοιωθε για λίγο το συναίσθημα του φυλακισμένου που κρατά ελεύθερο το μυαλό του, του θύματος που δεν είναι θύμα, του "ήρωα", που δεν είναι ήρωας, παρα μόνο ψυχή με όραμα και με μάτια που λάμπουν...
                                  Που πάει να πεί
                                  σ' αυτή τη γλώσσα τη βουβή,
                                  -βαστάω γερά, κρατάω καλά-....
Να μάτωνε λίγο...
Να πίστευε λίγο...
Θα ψήλωνε λίγο... Θα βάσταγε γερά.... Θα κράταγε καλά....






                          
                                

24 Σεπ 2009

Επτά χρόνια τώρα...



Επτά χρόνια τώρα, μισοξυπνάω το πρωϊ με φιλί και χάδι. Το γνώριμο κλείσιμο της πόρτας, η μυρωδιά του καφέ απ' τη κουζίνα. Το σύντομο χουχούλιασμα στο κρεβάτι. Η μουσούδα του Μήτσου κοντά στ' αυτί μου, να σηκωθώ, να του ανοίξω να βγεί. Σηκώνομαι, καφές, τσιγάρο.Πέντε απολαυστικές στιγμές μέσα σε μισή ώρα. Ανοίγω παράθυρα, βρέχει; Τί ωραία! Ανοίγω παράθυρα. Λιακάδα; Τί ωραία! Πρωϊνός προγραμματισμός. Εξωτερικές δουλειές. Κάθε Δευτέρα. Δεν τίς χωνεύω. Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, δουλειές στο σπίτι. Ωραία! Μαγείρεμα, απαραιτήτως. Διάφορες άλλες, αδιάφορες. Απουσιάζω απ' αυτές. Γίνονται μηχανικά. Κάθε Σεπτέμβρη, βράζει ο μούστος στο υπόγειο. Βγαίνω στην αυλή, με "τσακώνει" η μυρωδιά του. Μου υπενθυμίζει το καθημερινό "γύρισμα" του. Ποτίζει το δέρμα μου μ' αυτή την ξινή οσμή του. Μ' αρέσει ο ήχος που έρχεται μέσα απ' τα βαρέλια. Μιά χημική διαδικασία που λατρεύω. Ηχοι, μυρωδιές, οι ίδιοι, επτά χρόνια τώρα. Με μιά υπέροχη κανονικότητα, που δεν με πλήττει, με συναρπάζει.Η καθιερωμένη βόλτα στον κήπο. Τα γνωστά χρώματα της κάθε εποχής. Οι ίδιες ευωδιές. Κάθε μία στην ώρα της. Στην εποχή της. Οτι "φεύγει", αντικαθίσταται, ανακυκλώνεται, αναπαράγεται, χωρίς θλίψη, χωρίς αμφιβολίες, χωρίς αντίσταση. Επτά χρόνια τώρα, οι εποχές παρελαύνουν ακούραστα γύρω μου, λατρεύω το φώς του ήλιου που μετατρέπει το εκθαμβωτικό, σε τρυφερό ,κάθε φθινόπωρο, λατρεύω τη σταδιακή κυριαρχία της μέρας πάνω στη νύχτα κάθε άνοιξη, περιμένω το αναμενόμενο με ανυπομονησία, δεν με διαψεύδει ποτέ η φύση. Δεν με κουράζει η υπέροχη ρουτίνα της. Διανέμω το χρόνο μου. Στην οθόνη μου τώρα. Να περιμένω μετά. Τον ήχο του αυτοκινήτου. Τα τεντωμένα αυτιά του Μήτσου και τα γεμάτα προσμονή μάτια του. Να σερβίρω το φαγητό πρίν ακόμα προλάβει ν' ανοίξει η πόρτα της κουζίνας. Χάδι, φιλί. Αλλοτε χαμόγελα. Αλλοτε σκοτούρες. Αλλοτε, νεύρα. Πάντα εκεί όμως. Στην ίδια θέση στο τραπέζι. Η καρέκλα έχει πάρει τη μορφή σου. Η "ασφάλεια" της παρουσίας σου με βρίσκει απ' αριστερά. Τρώμε, μιλάμε, πότε γελώντας, πότε με κατήφεια. Χωράνε όλα στη ρουτίνα μας. Μετά, η "ασφάλεια" κοιμάται δίπλα μου. Δεν με παίρνει ο ύπνος το μεσημέρι. Αλλά μένω εκεί, δίπλα στο κρεβάτι, η δική σου ασφάλεια, σε βρίσκει επίσης απ' αριστερά. Τηλεόραση, βλακείες, γελάω με κάποιες παλιές σειρές, μετά θα μου πείς πάλι "μα τί βλακείες κάθεσαι και βλέπεις;", γελάω όμως, μερικές φορές χαμογελάς κι' εσύ. Καφές απογευματινός. Μόνη συνήθως. Μπορεί όμως και όχι. Απογευματινές δουλειές, μόνο του κήπου, ή επισκευές, ή στο κτήμα, ή αν είμαι πολύ τυχερή, για ψώνια μαζί. Μου λείπει αυτό το "για ψώνια μαζί", αλλά επτά χρόνια τώρα κατάφεραν θαυμάσια να κάνουν την εξαίρεση συναρπαστική. Αλλιώς, στην οθόνη μου. Γράφω, διαβάζω, επικοινωνώ, δεν είμαι μόνη. Βραδιάζει λίγο-λίγο. Να ταϊσω σκυλιά και γάτες. Να ποτίσω. Να κάνω μπάνιο. Να περιμένω. Να πιούμε κρασί.  Να ρωτήσω "Θα φάς;" "Δεν πεινάω ακόμη, αργότερα" Μουρμουράω σιγανά, να μ' ακούσεις όμως. "Καλά, εσύ θα ήσουν ο πιό ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο, αν καταργούσαν τελείως το φαί..." Χαμογελάς.Να μιλήσουμε χαλαρά.
Να σ' ακούω να νευριάζεις με τις ειδήσεις. Να νευριάζεις με την ομάδα μας. Να ψάχνεις τις συγκεκριμένες ιστοσελίδες σου. Να κάνεις όνειρα. Να σε προσγειώνω. Να κάνω όνειρα, να χαμογελάς. Μετά κλειδώνουμε πόρτες. Οχι, αυτό δεν γινόταν επτά χρόνια τώρα. Μόνο μετά, που μας έκλεψαν. Θα γίνεται , στα επόμενα επτά χρόνια οπωσδήποτε. Ταινία. Μαζί.  Η, σκέτη τηλεόραση. Οι γάτες παίρνουν θέση για ύπνο. Φιλί, χάδι, αγκαλιά. Ηχοι βραδινοί απ' έξω. Σκυλιά. Η Μαριγούλα που μουγκρίζει. Μπουμπουνίζει πολύ, όταν βρέχει. Αρχισα λίγο να φοβάμαι. Αλλιώς, κουκουβάγιες που τσακώνονται, ή κλαίνε, ή ερωτεύονται. Και γρύλοι. Και φύλλα που θροϊζουν όταν φυσάει.
"Θα γυρίσεις "κουταλάκι" να κοιμηθούμε;"
Γυρίζω. Η "ασφάλεια" κοιμάται ακουμπισμένη στη πλάτη μου. Επτά χρόνια τώρα. Χτίζω τη ρουτίνα μου. Και τρέμω μη τη χάσω...

18 Σεπ 2009

Σε μεγέθυνση


Μεγεθυντικός καθρέφτης, το εργαλείο βασανισμού.
Αρχίζοντας απο πάνω προς τα κάτω διακρίνω τα εξής:
Δύο μικρές κάθετες και ολοκαίνουργιες, πάνω απο κάθε φρύδι....

Οι θυμοί μου.

Δυό οριζόντιες, ελαφρά καμπυλωτές πρός τα πάνω και με έντονα αυξητικές τάσεις, στις γωνίες των ματιών...

Τα χαμόγελά μου.

Μιά οριζόντια, ελαφρά καμπυλωτή προς τα κάτω και απειλητικά έντονη, στο στενό μέρος της μύτης, ανάμεσα στα μάτια.

Οι θλίψεις μου.

Οι παλιές και γνώριμες φιλενάδες, στη βάση των παρειών, αυτές που πλαισιώνουν τα κενά μεταξύ μύτης και στόματος ντέ, οι "έκφρασης" που λέμε, έντονες μιά ζωή, έφτιαξαν και προέκταση, δυό μικρούλες και πεταχτές (πρός τα έξω).

Τα γέλια μου.

Λίγο πιό έντονες αυτές που ξεκινούν απο τίς άκρες των χειλιών (των κάτω), η δεξιά, εντονότερη απο την αριστερή (τί διάολο;).

Οι πίκρες μου.

Απειρες και σταθερά διακριτικές, αυτές, πάνω απο το άνω χείλος.

Το τσιγάρο μου μέσα....

Οι πρώτες πανάδες....

Τα καλοκαίρια μου.

Τα χείλη λέπτυναν...

Ας μιλώ λιγότερο πιά...

Τα μάτια βάθυναν...

Πρός τα μέσα προσπαθούν να κοιτούν.....


Το βλέμμα, πάντα υγρό...


Τί καλά! Δεν αφυδατώνεται η ψυχή μου!




16 Σεπ 2009

Violence




Πάντα με τρόμαζε πολύ η αγριότητα των ανθρώπων.


Η αγριότητα των ανθρώπων όμως, ειδικά πάνω σε παιδιά και ζώα με απελπίζει...


Το τελευταίο περιστατικό, που το πληροφορήθηκα αρχικά απο το μπλόγκ του Πατσουριού, μ' έκανε να βλέπω εφιάλτες στον ύπνο μου δυό νύχτες τώρα.


Μιλάω για το άτυχο σκυλάκι που τού έκοψε τ' αυτιά με το προβατοψάλιδο και χωρίς νάρκωση φυσικά, ο κρετίνος ιδιοκτήτης του, επιδεικνύοντας τη "μαγκιά" του με φωτογραφίες του αιμόφυρτου ζώου στο ιντερνετ, και με δηλώσεις πως το επόμενό του βήμα θα είναι "να φάει ο σκύλος τα μπαλίδια του", να τον πυροβολήσει προφανώς με αεροβόλο, έτσι, απλά γιατί "σκύλος είναι, δε παθαίνει τίποτα ορέ" ...


Ευτυχώς που το ατροφικό έως κι' ανύπαρκτο μυαλό του, δεν ήταν σε θέση να υπολογίσει ότι οι φωτογραφίες στο Facebook και οι "περήφανες" δηλώσεις ήταν λόγος επαρκής να κινητοποιηθούν φιλοζωϊκές οργανώσεις στην Κρήτη και να παραπεμφθεί το θέμα στον Εισαγγελέα, απ' όπου και θέλω να ελπίζω ότι θα πάρει το δρόμο του...


Δεν θέλω ν' αναλύσω τέτοιες συμπεριφορές, δεν είμαι σε θέση να τις αναλύσω γιατί η λογική μου είναι παντελώς ανίκανη να συλλάβει την ίδια τη λογική που υπαγορεύει τέτοιες πράξεις..


Οπότε θα μιλήσω και πάλι με συναίσθημα. Και το συναίσθημά μου είναι κακοποιημένο αυτή τη στιγμή. Και το κακοποιημένο συναίσθημα βγάζει οργή. Κι' επειδή χορταίνουμε απο οργή στην απλή καθημερινότητά μας, προτιμώ να την αφήνω έξω απο τούτο εδώ το μπλόγκ....


Προσπαθώ να σκέφτομαι με πικρία, πως άνθρωποι και ζώα, έχουν όλοι τις ίδιες πιθανότητες να είναι θύματα κακοποίησης και τις ίδιες επίσης πιθανότητες να ζήσουν με αγάπη και ασφάλεια...


Ξέρω πως δεν θα λείψουνε ποτέ οι διεστραμένες κι' άρωστες ψυχές που δηλώνουν την ύπαρξή τους εξουσιάζοντας τούς πιό αδύναμους κι' ανήμπορους απ' αυτούς...


Οπως ξέρω, πως υπάρχουν ευτυχώς, άνθρωποι που νοιάζονται και συμπονούν και σέβονται το κάθε δημιούργημα της φύσης, είτε έχει δύο πόδια, είτε τέσσερα, είτε φτερά, είτε πτερύγια....


Οπως αυτοί, στην περιοχή της Αττικής Οδού, στην έξοδο προς τα Βριλήσσια...


Οπου ένας καημένος πελαργός, νεαρό πουλί στην ηλικία, και που προφανώς έχασε την φωλιά του και ίσως την οικογένειά του στις φωτιές της Ανατολικής Αττικής, ήρθε κι' εγκαταστάθηκε πάνω σε μιά κολώνα φωτισμού, κι' εδώ και μέρες προσπαθεί να ανιχνεύσει τις κατάλληλες συνθήκες για να εγκατασταθεί. Είναι φιλικός πρός τους κατοίκους, που τον πλησιάζουν μέχρι την απόσταση του ενός μέτρου περίπου, τον ταϊζουν και έχουν όλη τη καλή διάθεση να του παρέχουν ασφάλεια και προστασία μέσα στη μοναξιά του, στην άγνοιά του, στο βίαιο ξερίζωμά του απο το "σπίτι" του...


Ναί, ευτυχώς υπάρχουν κι' αυτοί οι άνθρωποι. Η "άλλη" πλευρά της ανθρώπινης φύσης...


Και τις φορές που απελπίζομαι απο άρρωστες συμπεριφορές , αγκαλιάζω τα σκυλιά μου τρυφερά, τα κοιτάω μές στα μάτια και "διαβάζω" εμπιστοσύνη, αφοσίωση, αγάπη και αθωότητα... Και ξαλαφρώνω λίγο.


Και προσπαθώ να πάρω απόφαση πως πάντα κάποιοι ανισσόροποι θα κρατάν τις ισορροπίες μεταξύ "τυχερών" και "άτυχων", ανθρώπων και ζώων. Τουλάχιστον δεν είναι οι περισσότεροι...


Ο Μήτσος μου και η Μαριγούλα δεν γεννήθηκαν κάτω απο τις ιδανικές συνθήκες. Τον Μήτσο, τον πήραμε κουτάβι ενός μηνός, απο έναν αμφίβολων ζωοφιλικών αισθημάτων ιδιοκτήτη των γονέων του, μιάς λυκοσκυλίνας κι' ενός ντοπερμαν. Μάλλον, γλύτωσε!


Τη Μαριγούλα, τη μάζεψε ο γυός του άντρα μου απο το δρόμο που περιπλανιότανε κουταβάκι κι' αυτό, ανάμεσα σ' αυτοκίνητα κι' ανθρώπους που οι περισσότεροι πιστεύουν πως ακόμα και τα κουτάβια "τρώνε ανθρώπους"! Η απο αυτοκίνητο θα πήγαινε, ή απο κλωτσιά....


Ευτυχώς "έπεσαν" σε μάς. Θα μπορούσαν να έχουν την απίστευτη "τύχη" να πέσουν σε γύφτους που τα χρησιμοποιούν για να μαζεύουν σκαντζόχοιρους (ναί, άν δεν το ξέρετε, οι γύφτοι τρελλαίνονται για το κρέας των σκαντζόχοιρων-άλλα κακόμοιρα και πολύπαθα ζωντανά-).


Ο Μήτσος και η Μαριγούλα στάθηκαν τυχερά ζώα. Ο Μήτσος έχει διαγνωσμένο καλαζάρ εδώ και δύο χρόνια. Αν ήταν αδέσποτος, θα είχε πεθάνει. Αν είχε παραμείνει στον προηγούμενο ιδιοκτήτη στην καλύτερη θα του είχε γίνει ευθανασία, στην χειρότερη και πιό πιθανή, θα είχε εγκαταλειφθεί στη τύχη του, να υποστεί ένα θάνατο αργό. Τώρα, χαπακώνεται δυό φορές τη μέρα, κάθεται υπάκουα κι' ανοίγει το στόμα να μπεί το χάπι βαθειά στο λαιμό του, και καμιά φορά μάλιστα, άν τύχει και του πέσει, το μαζεύει και το μασάει μόνος του, ο γλυκός μου! Και είναι προς το παρόν μιά χαρά, γεμάτος ενέργεια και σκυλίσιο ενδιαφέρον για τη ζωή. Η οποία του "κλήρωσε" ένα καλό κομάτι. Ακόμα κι' αν κάποια στιγμή αρρωστήσει και πεθάνει, θα έχει ζήσει ευτυχισμένος! Αυτό το κακόμοιρο σκυλάκι, το πιτ-μπούλ με τα κατακρεουργημένα αυτιά και τη βάναυση συμπεριφορά του κομπλεξικού ιδιοκτήτη του, θα μπορέσει ποτέ να εμπιστευτεί τούς ανθρώπους; Δεν ξέρω... Διαβάζοντας τα τρομαγμένα μάτια του, φοβάμαι πως όχι... Του "κλήρωσε" κακό κομάτι στην αρχή της ζωής του....


Και το χειρότερο είναι πως οι βάναυσες συμπεριφορές των ανθρώπων, κυοφορούνται μέσα τους απο πολύ νωρίς, εκεί εδραιώνονται και θεριεύουν με τις κατάλληλες συνθήκες, γίνονται τρόπος ζωής και -λυπάμαι που το λέω- δεν πιστεύω πως αλλάζουνε ποτέ. Ακόμα και με τιμωρία. Σε κάθε στιγμή τής μίζερης ζωής τους, άνθρωποι σαν τον Γιάννη Καντίρο, θα βρίσκουν την ευκαιρία να διοχετεύουν το μίσος τους για τούς ανθρώπους, στα πιό αδύναμα απ' αυτούς πλάσματα.


Γιατί, μη μου πείτε πως πιστεύετε το γνωστό σλόγκαν: " κοίτα ν'αγαπήσεις πρώτα τούς ανθρώπους και μετά ασχολήσου με τα ζώα"!


Ο άνθρωπος που μπορεί να βασανίζει, στερείται παντελώς και του τελευταίου ψήγματος αγάπης για οποιονδήποτε. Ακόμα και του ίδιου του του εαυτού!


Για να μπορείς να προκαλείς συνειδητά πόνο σ' ένα παιδί ή σ' ένα ζώο, σημαίνει ότι δεν συμπονείς. Κι' όπου δεν υπάρχει συμπόνια, δεν υπάρχει συναίσθημα.


Και η αγάπη είναι μόνο συναίσθημα...


Υ.Γ. Δεν έχω όρεξη ν' αλλάξω μουσική σ΄αυτή την ανάρτηση. Το Violence της πάει κουτί!

8 Σεπ 2009

Better of dead...








Τραβάω τη καρέκλα κοντά στο πληκτρολόγιο. Αδικα περιμένω τόσες μέρες το γνώριμο τρέμουλο στα δάχτυλα όταν νοιώθω ότι πρέπει να γράψω. Διατελώ σε εγκεφαλική άπνοια.Οχι, άνοια, ευτυχώς. Κάτι, σαν ανώφελη αναμονή. Σαν ν' αφήνω το τηλέφωνο να χτυπάει σ' ένα νούμερο που ο κάτοχός του απουσιάζει. Και το ξέρω. Ο ορίζοντας γύρω μου είναι το μόνο πράγμα που αλλάζει δραματικά σ' αυτή τη χώρα. Φοράει το μόνο γκρί που αγαπώ, αυτό με την υπόσχεση της βροχής μέσα του, και είναι η μόνη υπόσχεση που λαμβάνω σοβαρά υπ' όψιν εδώ και χρόνια.

"Πώς ήταν η Ανάφη;"

Η Ανάφη ήταν μιά ανάσα γνησιότητας και ανεπιτήδευσης. Ηταν το σπίτι μας, που κουβαλήσαμε κι' εναποθέσαμε με αγάπη μεσοπέλαγα. Ηταν ο εαυτός μας γυμνός πάνω στην άμμο, χωρίς να έχει τίποτα να κρύψει, χωρίς να έχει τίποτα να επιδείξει. Η Ανάφη ήταν το χάδι πάνω σ' ένα κουρασμένο κορμί, χάδι τραχύ και άπειρο, τόσο πολύτιμο ωστόσο αφού δεν ξέρει να ζητήσει ανταμοιβή. Μα η Ανάφη μένει πίσω. Δέκα ώρες μακριά απ' τον Πειραιά. Αδιαφορεί για τις ανώφελες αναμονές και για τις αναπάντητες κλήσεις. Φοράει το σάλι στούς ώμους της, στέκει ορθή στούς βοριάδες και χαμογελάει με ικανοποίηση που οι αντένες της δεν πιάνουν τα κανάλια όταν φυσάει πάνω απο 6 μποφώρ.


Να φύσαγε τουλάχιστον κι' εδώ.... Να σάρωνε καλώδια και ξύλινες κολώνες. Νά'κανε παραμάζωμα τις ελπίδες, να τις σκόρπαγε κάπου μακριά, σε χώρες που οι άνθρωποι δεν έχουν κουραστεί να περιμένουν, όπου φυτρώνει ακόμα ο σπόρος της αλήθειας, όπου χαράζονται ακόμα χαμόγελα χωρίς πικρία στα χείλη, οπουδήποτε οι κλήσεις δεν μένουν αναπάντητες, οπουδήποτε επιτρέπεται ακόμα να ονειρεύεσαι, εκεί που υπάρχει λόγος σοβαρός για να ξυπνάς κάθε πρωί, εκεί που δεν ζούν απο συνήθεια και δεν πεθαίνουν φοβισμένοι.


Ακόμα κι' αυτή την έκπληξη του πρώϊμου φθινόπωρου, δεν τη πολυπιστεύω. Σιχαίνομαι τα ξεφτισμένα καλοκαίρια που σέρνουν την υγρή τους ζέστη μέχρι το τέλος του Σεπτέμβρη σα να βαριούνται ν' αλλάξουνε το σκηνικό, αλλά φοβάμαι πως οι Σεπτέμβρηδες χαλάσανε κι' αυτοί, βγαίνουνε στα παράθυρα και υπόσχονται φθινόπωρα αληθινά και μόλις η επιδερμίδα ανατριχιάσει με τη πρώτη ψύχρα, μόλις το πρώτο ζακετάκι αποβάλλει τη μυρωδιά της κλεισούρας, θα ενδυθούν τα ψεύτικα καλοκαιρινά τους χαμόγελα που θα σβύνουν άδοξα κάθε δειλινό, όλο και νωρίτερα, όλο και ψυχρότερα.


Eντωμεταξύ, η ντεμί-σαιζόν ζωή γύρω μου διατηρεί στην θαλασσινή άλμη τις καλοκαιριάτικες εικόνες μου που ούτε αυτή η πρώτη φθινοπωρινή νεροποντή δεν κατάφερε να τις ξεπλύνει, με κρατάει πεισματικά σε κατάσταση ανώφελης αναμονής και βάφει με ήλιο Αυγουστιάτικο τις σκοτεινές πτυχές της ψυχής μου. Περιμένω καταιγίδες λυτρωτικές, να με σπρώξουν ένα βήμα μπροστά, να ξεκολλήσω απο το ντεμί κι' άς φτάσω το χείριστο. Να ξεριζώσει ο αέρας το γαλάζιο απ' τα μάτια μου, ν' αλλάξω χρώμα, ν' αλλάξω δέρμα. Να ατροφήσουν οι ελπίδες , σε χειμερία νάρκη να περιπέσουν μ' ένα στρώμα παχύ απο φύλλα πάνω τους, να χάσω το δρόμο, να μη τίς ξαναβρώ. Να φύγουνε.... Νά πάν αλλού....


Αν δεν υπάρχουν ελπίδες να ταίζω, δεν θα φοβάμαι πως θ' απελπιστώ.


Παρ' όλα αυτά, μη με πιστεύετε!


Κάποιος ζύμωσε το θυμικό μου με χώμα. Κι'αυτό το γαμημένο, ποτέ δεν παύει να περιμένει τη βροχή....


27 Ιουλ 2009

Φτάνει η μουσική εκεί πάνω;

Αφιερωμένο στην Mαντάμ ντε Μποβαρύ μου που σαν σήμερα, πριν 3 χρόνια, "έφυγε" χωρίς να προλάβω να την κάνω ν' αγαπήσει δυό υπέροχα πράγματα: Την ρόκ και το κλαρίνο!


Μαμά! Ακου!
oπbject width="425" height="344">

15 Ιουλ 2009

Αγονη γραμμή...


Στην άγονη γραμμή ταξιδεύει ήδη η σκέψη και το μυαλό άκόμα πιό άγονο....


Οι λέξεις γίνονται παρανάλωμα σε πύρινα ηλιοβασιλέματα και τα καλοκαιρινά φεγγάρια προλαβαίνουν και τις καταπίνουν πρίν καταγραφούν...


Το νερό έχει γίνει ένα με το σώμα, τα συναισθήματα μουλιάζουν εκεί ηδονικά, λές και βαριούνται να πάρουν μορφή, ένα ζελέ φράουλα νοιώθω ολόκληρη και η οθόνη του υπολογιστή μυστικά συνομωτεί με τη θερινή ραστώνη που με κατακλύζει και "τρώω πόρτα" όποτε κάνω να την πλησιάσω...

Μαζεύω το κόκκινο και το μπλέ στις αποθήκες των αναμνήσεών μου λές και κάποτε θα τελειώσουν. Τελειώνει άραγε το κόκκινο, το μπλέ, άν το φυλακίσεις κάτω απο τα βλέφαρά σου;

Σε 27 μέρες θ' αρχίσω να συλλέγω το λευκό . Και το ξανθό της άμμου. Και το αλμυρό κυκλαδίτικο αεράκι ασημένιο θα το βάψω, να λαμπυρίζει στα μαλιά μου όταν επιστρέψω.

Θάθελα να φτιάξω μπομπονιέρες με βότσαλα, άμμο, αέρα και νερό και να μπορούσα να σας τις στείλω. Δωρίζονται οι στιγμές;

Μόνο σ' όποιον τις ζεί.

Γι'αυτό κι' εγώ, ερήμην σας θα ραδιουργήσω.

Οι μορφές σας, απο την φαντασία μου σχηματισμένες, θα τοποθετηθούν σε μυστικά σημεία, στα δάχτυλα, στα μάτια, στους ώμους, στα χαμόγελά μου, στα χνάρια των ποδιών μου πάνω στις αμμουδιές....

Αθελά σας θα συμμετέχετε στις στιγμές που δεν δωρίζονται. Ο καθένας σας σύμφωνα με την αύρα που μου στέλνει. Κι' επειδή, ακράδαντα πιστεύω πως είμαστε ότι ζούμε, θερμά παρακαλώ να παραμείνετε στις θέσεις που μοιράζω και κοινωνοί να γίνετε μ' εμπιστοσύνη και ασφάλεια, όλων αυτών που δεν γυρίζουν πίσω... Των ανεκτίμητων "τώρα"μου, των ανεκπλήρωτων "ίσως" μου, των άγνωστων, αμφίβολων και προσδοκώμενων "αύριο" μου.

Οι αναρτήσεις και τα σχόλια είναι μόνο μικροί καθρέφτες απο ένα σύνολο άυλο και υλικό, ιδωμένα πάντα με την μοναδικότητα και το συναίσθημα του καθενός που τα διαβάζει, επεξεργασμένα και αναμεμειγμένα με το προσωπικό του αποτύπωμα, ένα συνονθύλευμα του "εγώ" και του "εσύ", είναι αλφαβήτες διαβασμένες σε γλώσσες διαφορετικές, εξισώσεις με πολλές λύσεις.

Γι'αυτό, όσο τα "υπαρξιακά" μου γίνονται "υπάρχω", απλή, μοναδική και υπέροχη εμπειρία αλήθεια, θα προσπαθώ πού και πού εγγράφως να σιωπώ, θ' αφήνω τις λέξεις να ωριμάζουν με αργούς ρυθμούς στο δέντρο της αυτογνωσίας και ακούραστα θα κυνηγώ, θα χρωματίζω και θ' αποθηκεύω όλα τα θαυμαστά κι' αόρατα του κόσμου αυτού στις τούλινες μπομπονιέρες μου, να τα "βλέπω", να τα "μυρίζω", να τα "μεταλαμβάνω" και να "χτίζω" τον καθρέφτη μου μεγάλο και τρισδιάστατο.

Γαλήνη το λένε αυτό, νομίζω;
























26 Ιουν 2009

62 καλοκαίρια!


Εντωμεταξύ, το καλοκαίρι μεταγγίστηκε για τα καλά στις φλέβες μου. Εγώ, η λάτρις του χειμώνα, αρχίζω ν' αλλαξοπιστώ ανενδοίαστα και να προσφέρω σπονδή το σώμα μου στο νερό, στον ήλιο, στο χώμα, στα μώβ ηλιοβασιλέματα, στις βραδυνές ευωδιές...Ευχαριστώ Καλοκαίρι!

Εντωμεταξύ, έτσι ξαφνικά, έδωσα μιά και τραβώντας απότομα τον ντούμπλ φάς εαυτό μου στο φώς παρέδωσα τούς φόβους και τις παιδικές μου ανασφάλειες στην εκτυφλωτική λάμψη των καλοκαιριάτικων μεσημεριών και ηδονικά παρακολουθώντας τα να στεγνώνουν στο αλάτι, τούς φτύνω κατάμουτρα τα κουκούτσια απ' το καρπούζι που μασουλάω. Ευχαριστώ Ηλιε!

Εντωμεταξύ, ο υπέροχος μετεωρίτης της 12ης του Ιούνη καταδέχτηκε να μου χαρίσει μερικά δευτερόλεπτα θαύματος, αρκετά όμως για να προλάβω να φυλακίσω ένα μικρό κομμάτι σύμπαντος στο σεντουκάκι των σημαντικών μου αναμνήσεων. Ευχαριστώ Σύμπαν!

Εντωμεταξύ, αφήνω τις μουσικές να με ζαλίζουν μεθυστικά και παρασύρομαι να τραγουδάω ανάλαφρα, καλοκαιρινά τραγουδάκια με την ταλαίπωρη απ' το τσιγάρο φωνή μου και καταφέρνω να κάνω τα πρώτα τζιτζίκια να σιωπούν αγανακτισμένα και τούς φλώρους απο το δίπλα κτήμα να με συναγωνίζονται πεισματικά. Ευχαριστώ φλώρια!

Εντωμεταξύ, επιτρέπω και πάλι στο κοριτσάκι που χορεύει κρυφά στην καρδιά μου να σχεδιάσει ταξίδι μακρινό, κάτι σαν όνειρο ξεχασμένο απο καιρό, ταξίδι "ολαστοφως", ταϊζω την φαντασία μου με αλάτι και ήλιο τροπικό, πασαλείβομαι με αντηλιακά καρύδας και μούρχεται να δαγκώσω το μπράτσο μου απο τη μυρωδιά και την ανελέητη προσμονή. Ευχαριστώ Κοριτσάκι της καρδιάς μου!

Εντωμεταξύ, θυμάμαι πού και πού εκείνον τον κακό Κινέζο γέρο στη Σιγκαπούρη που διαβάζοντας το χέρι μου, περιχαρής μου ανακοίνωσε πως θα πεθάνω "vely old, madame, vely old!" και όταν τον ρώτησα "How old, δηλαδή;" μου απάντησε μες στη χαρά " sixty-two, madame, sixty-two!"

Θάχει προλάβει να στεγνώσει καλά η μέσα πλευρά του ντούμπλ φας εαυτού μου μέχρι τότε; (Δεν είναι και πάρα πολύ μακριά το sixty-two, φτού!!!)

Θάχω προλάβει να φάω πολλά κόκκινα καρπούζια; Θα προλάβει να ζαρώσει το δέρμα μου απ' τον ήλιο και τ' αλάτι; Να φτάσω τους 500 κοιλιακούς και το 1 χιλιόμετρο κολύμπι; Να γίνει δέντρο ο ιβίσκος της Μαντάμ ντε Μποβαρύ;

Εντωμεταξύ, απαγορεύω στον εαυτό μου ν' αφήσει έστω και μιά σταγόνα χυμού ζωής άπιωτη, χορεύοντας και τραγουδώντας σε ελιξήριο το μεταλλάσω, ερωτεύομαι τα βαμμένα φούξια νύχια των ποδιών μου και ορκίζομαι κρυφά πως δεν θα μου επιτρέψω ποτέ να γεράσω, όσο θα υπάρχουν καλοκαίρια ξεδιάντροπα απολαυστικά και χειμώνες που θα με ταξιδέψουν στα "ολαστοφως" νησιά των ονείρων μου, όσο θα ζουζουνίζουνε οι μέλισσες γύρω απ' τις λεβάντες μου, όσο το το νερό στο πρωίνό πηγαδήσιο πότισμα των λεμονιών θα μου τραγουδάει "φςςςςςςςςς" μές στην ησυχία, όσο τα δάχτυλά μου θα μυρίζουνε ροδάκινο και τα μαλλιά μου δεντρολίβανο.

Sixty-two καλοκαίρια, μάλλον μου υποσχέθηκε ο γερο-Κινέζος.... Ευχαριστώ γερο-Κινέζε!

28 Μαΐ 2009

Μικρά καθημερινά θαύματα.




Tον τελευταίο καιρό είναι αδύνατον να μαζευτώ σε καρέκλα!

Μικρά καθημερινά θαύματα συμβαίνουν εδώ έξω και δεν θέλω να τα χάσω!

Μόλις συνηθίσω να εκπλήσσομαι, θα σας διαβάσω, θα γράψω σχόλια, θα κάνω ένα αληθινό πόστ... Μέχρι τότε, τα "μωρά μου" χρειάζονται φροντίδα! Οπως όλα τα μωρά!

Ετσι κι' οι ντοματούλες μου...






Τ' αγγουράκια... Οι μελιτζάνες....

Τα νεογέννητα κολοκυθάκια μου...
Η σουλτανίνα...

Οι πιπερίτσες μου...

Τα βερύκοκα...

Οι βανίλιες...

Κι' όλα τα "περιττά" που ευτυχώς, ομορφαίνουν την καθημερινότητά μου....




Επειδή, δεν με χρησιμοποιούν....


Δεν μου λένε ψέμματα...


Δεν μ' εξαπατούν....

Δεν μου γκρινιάζουν...


Και μου επιστρέφουν απλόχερα τη φροντίδα που τους δίνω με χρώματα, αρώματα, γεύσεις και χάδια....

Και με διδάσκουν σιωπηλά την πραγματική ουσία της ζωής...

Δεν αξίζει να ξελογιαστώ για λίγο μαζί τους;


18 Μαΐ 2009

Γράμμα στον Ευγένιο...



Πού ταξιδεύεις άραγε Ευγένιε;

Θάλασσες ακύμαντες διασχίζει το βαρκάκι σου, υποθέτω... Ευγενικές θάναι οι θάλασσες μαζί σου, έτσι όπως σου αξίζει, υποθέτω... Στεριές δεν βλέπεις, υποθέτω...Μόνο θαλασσοπούλια που κουβαλούν τα χαιρετίσματα απο τον κάτω κόσμο, υποθέτω... Φωνές και φασαρίες δεν ακούς. Μονάχα γέλια παιδικά που γίναν άχνα αρμυρή ήρθανε και σφραγίσανε τ' αυτιά σου, υποθέτω...

Η βάρκα σου ξέρει καλά το δρόμο, υποθέτω...Ούτε κουπιά, ούτε μηχανή, μονάχα χνάρια υδάτινα που σηματοδοτούν το πέρασμά σου, που αιχμαλωτίζουν τις μνήμες, μετρούν τα χρόνια με κύκλους και τις αναμνήσεις τις παιδικές με δίνες μικρές που στροβιλίζονται και χάνονται, αλλά δεν σβύνονται... Υποθέτω...

Εφυγες, για να μας υπενθυμίζεις πως υπήρξες, υποθέτω... Κοίμησες τον Καραγκιόζη σου μέσα σε μνήμα χάρτινο, έσβυσες τα φώτα πίσω απ' το μπερντέ και μπάρκαρες για να μη προλάβεις να ξεχάσεις, υποθέτω...

Μήν ανησυχείς Ευγένιε...

Εγώ, όποτε μυρίζω μαρμελάδα βερύκοκο, σε θυμάμαι! Ετρωγα πολύ μαρμελάδα βερύκοκο, στη κατασκήνωση, στον Αγιο Ανδρεά!Κι' όποτε κάνει ζέστη τα βράδυα και μυρίζει το ρετσίνι απ' τα πεύκα, εγώ σε θυμάμαι! Είχε πολλά πεύκα στη κατασκήνωση, στον Αγιο Ανδρέα! Και πολύ ζέστη! Και πολλή αναμονή για τη βραδινή σου παράσταση! Καραγκιόζης, μέρα παρα μέρα... "Ο Καραγκιόζης γιατρός", "ο Καραγκιόζης αστροναύτης", "ο Καραγκιόζης γραμματικός", "ο Καραγκιόζης φούρναρης"... Κι' όποτε ακούω τη λέξη "ρομάντζα", εγώ σε θυμάμαι! Να ξεκαρδίζομαι με την ατάκα σου "Αααααχ! Ας ξαπλώσω εδώ, έξω απ' τη παράγκα μου, που έχει και ωραία βρρρρωμάντζα!..."

Μου γνώρισες τον κόσμο των σκιών, κι' έζησες λουσμένος στο εσωτερικό σου φώς, υποθέτω...

Με φωνή βραχνή και σπασμένη, εκμαίευσες το πιό γάργαρο και καθαρό μου γέλιο. Μου αποκάλυψες τους πονηρούς και τους απατεώνες, τους γλειώδεις και τους κουτούς, μέσα σ' ένα ξεφάντωμα κωμικό, τόσο αυθεντικό και αναπόφευκτο συνάμα, που έμοιαζε να μη χωράει η πίκρα, ούτε ο θυμός, παρα μονάχα γέλια, χωρίς επίκριση, γέλια, χωρίς προβληματισμό, γέλια, χωρίς ειρωνεία, γέλια, έτσι όπως θάπρεπε να είναι όλα μας τα γέλια: Χαρά!

Κάπως έτσι θα θυμάσαι τον κόσμο αυτόν, εδώ κάτω, Ευγένιε, υποθέτω...Σαν ένα προχειροστημένο μπερντέ, ζωντανεμένο με σκιές, χωρίς διαστάσεις, χωρίς έκταση, χωρίς σκηνικά... Κομπάρσοι δεν χώρεσαν στις παραστάσεις σου... Κάθονταν κάτω, σε καρέκλες και μαθαίναιν τη ζωή γελώντας... Τους εκπαίδευες, τον καθένα χωριστά, για πρωταγωνιστές... Γελώντας... Μοίραζες ρόλους κι' αυτοί διάλεγαν. Αλλος τον Πασά, άλλος τον Χατζατζάρη, άλλος τον μπαρμπα-Γιώργο, άλλος τον Μορφονιό... Τον μίκρυνες τον κόσμο Ευγένιε! Μικρό κι' οικείο τον έκανες για να χωρέσει στα παιδικά μου μάτια... Γνώριμο και διασκεδαστικό. Οριοθέτησες τους χαρακτήρες με σαφήνεια. Τούς έφτιαξες αναγνωρίσημους και προβλέψιμους, μας δίδαξες, δεν μας τρόμαξες! Μας έπαιξες, δεν μας ενέπαιξες!

Κι' όταν ο κόσμος του Καραγκιόζη σου άρχισε να μεγαλώνει ανεξέλεγκτα, όταν αρχίσαν οι κομπάρσοι να παρεισφρύουν στη σκηνή και οι σκιές να είναι περισσότερες απ' τις φιγούρες, τότε, μ' ένα πικρό χαμόγελο στα χείλη, υποθέτω, έσβυσες φώτα, για να πεθάνουν οι σκιές, έκανες τον μπερντέ σου ναυτικό πανί και σάλπαρες...

Οι μνήμες μου, Ευγένιε, θα είναι τ' αεράκι που θα σε πάει μακριά πολύ απο ένα κόσμο γεμάτο Χατζηεβάτηδες... Και τον Καραγκιόζη σου, τον κοιμισμένο μέσα στο χάρτινό του μνήμα, ελπίζω να θυμήθηκες να τονε πάρεις μαζί. Αφού, το ξέρεις! Εμείς, δεν τον χρειαζόμαστε πιά ...

Εχουμε πολλούς εδώ κάτω...

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Σε λιγότερο απο ένα μήνα, θα μαζέψω τα πρώτα μου βερύκοκα... Κι' όταν το άρωμά τους γίνει γεύση μές στα χείλη μου, μ' ένα γλυκό χαμόγελο θα σε κατευοδώσω άλλη μιά φορά....