09 Νοε 2009

Μιά Γυναίκα-Ιδεολογία.

Αισθάνθηκα
πολύ μικρή....
Οταν το βράδυ της Κυριακής,
παρακολούθησα τη συνέντευξη της Κωνσταντίνας Κούνεβα,
στον Σταύρο Θεοδωράκη....
Πολύ, πολύ μικρή....

04 Νοε 2009

Η μπαλάντα της τραγικής στιγμής.



Και πώς συμπυκνώνεται λοιπόν, μέσα σε μιά τραγική στιγμή, η απόγνωση, σε απόφαση; Και πώς, μέσα σε δευτερόλεπτα , γίνεται η απόφαση λάθος χωρίς ανατροπή, ή, λύση χωρίς τη χαρά της ανακούφισης;
Χρόνια τώρα, προσπαθώ να το καταννοήσω... Χωρίς αποτέλεσμα.... Ισως γιατί, είμαι ο άνθρωπος της "δεύτερης ευκαιρίας"...Ισως γιατί, αρνούμαι την παραίτηση... Ισως γιατί, φοβάμαι πολύ το θάνατο...Που φοράει το πρόσωπο της απόλυτης παραίτησης...
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Πρώτα ακούστηκε μιά γλάστρα να σπάει. Με δύναμη. Μιά πολύ μεγάλη γλάστρα. Ο γδούπος πνίγηκε σχεδόν μέσα στούς θάμνους και στο νωπό φθινοπωρινό χώμα. Νύχτα υγρή και σκοτεινή, ώρα προχωρημένη, δύο, τρείς τα ξημερώματα. Δεν φυσούσε. Δεν έκανε κρύο. Δεν είχε φεγγάρι. Μιά νύχτα που κοιμότανε για τα καλά ήταν, αυτή τη νύχτα διάλεξε, αρχές Νοέμβρη, χρόνια πρίν, να φτύσει το κόσμο κατάμουτρα και να παραιτηθεί.
Απ' το μπαλκόνι μου, βαριεστημένα έριξα μιά ματιά, να δώ ποιά γλάστρα έσπασε, όλες στη θέση τους, ίχνος αέρα, κανένα ρολό δεν σηκώθηκε, το κιούπι μόνο με τη δράκαινα, κάτω, στη είσοδο της πολυκατοικίας, έλειπε... Διέκρινα κάποια κομάτια του σπασμένα, εδώ κι' εκεί διασκορπισμένα ανάμεσα στις λεμονιές του κήπου και στα λιγούστρα....
Εμεινα εκεί λίγα λεπτά, απόρησα, έψαχνε το βλέμμα στα ψηλά, πώς έσπασε το κιούπι, μά πώς έσπασε; Τα μάτια συνηθίσαν το σκοτάδι, η νύχτα όμως έμοιαζε να ψυχοραγεί, ανεξήγητα, αδιόρατα κι' αναίτια, η νύχτα μύρισε θάνατο και παραίτηση.
Κάτω και λίγο δεξιά απ' το μπαλκόνι μου, μισοκρυμμένο απ' τις φυλλωσιές υπήρχε ένα σώμα. Δυό πόδια διέκρινα, γυμνά, χωρίς ρούχο, χωρίς παπούτσια, χωρίς κίνηση. Θυμάμαι πολύ καλά τούς χτύπους της καρδιάς μου που νόμιζα, πως θα σηκώνανε τη γειτονιά στο πόδι. Θυμάμαι καλά, το τρέμουλο στα πόδια και στα χέρια, κρύωσα πάρα πολύ ξαφνικά, ο φόβος ήταν, δεν ήταν η υγρασία, ο τρόμος ήταν, που η νύχτα αυτή έφερε στο κατώφλι μου το θάνατο, τόσο επιθετικά, τόσο αποτρόπαια, τόσο παράλογα...
Τηλέφωνα. 166. Κουδούνια στους συγκάτοικους. Αστυνομία. Αναγνώριση.
Ηταν γυναίκα. Γύρω στα 40. Μου ήταν άγνωστη. Φορούσε μόνο ένα αθλητικό φανελάκι και τη κυλότα της. Τα μαύρα της μαλιά αντανακλούσαν κόκκινες στάλες απο αίμα. Το σώμα άθικτο σχεδόν. Η έκφραση της παραίτησης στο πρόσωπο και στα μισανοιγμένα μάτια. Εκανε τη διαδρομή της πτώσης απ' το κλιμακοστάσιο τού τέταρτου ορόφου. Το παράθυρο ήταν ανοιχτό. Στις σκάλες κάτω απ' το παράθυρο, μιά σαγιονάρα. Η άλλη βρέθηκε δίπλα της, στο τσιμέντο, έξω απ' τα παρτέρια. Στο διαμέρισμα δίπλα απ' το δικό μου, έμενε η αδερφή της. Που όμως έλειπε εκείνες τις μέρες. Είχε κλειδιά. Και είχε αποφασίσει. Να φτύσει κατάμουτρα το κόσμο και να παραιτηθεί. Σίγουρα η ίδια, πίστευε πως ήξερε το γιατί. Και μάλλον δε την ένοιαζε να πάει παραπέρα. Πα-ραί-τη-ση. Τελεία.
Αστυνομία. Ερωτήσεις. Υποθέσεις. Κουτσομπολιά. "Ερωτική απογοήτευση."" Είχε ψυχολογικά" και τέτοια. Και στο μυαλό μου μέσα ένα τεράστιο ερωτηματικό...Πώς συμπυκνώνεται μέσα σε μιά απειροελάχιστη, τραγική στιγμή όλη η απόγνωση και γίνεται απόφαση; Αγρυπνη νύχτες ολόκληρες, ν' αναλογίζομαι αυτά τα πόδια, τα γυμνά, να δρασκελίζουν το περβάζι τόσο αποφασιστικά, τόσο σίγουρα, ν' αδειάζει σαράντα χρόνια ζωή μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα στο χώμα, να πνίγει όλα τ' αύριο που της ανήκαν, μέσα στο ίδιο της το αίμα, να απαγορεύει στα "μετά" να υπάρξουν, τόσο αμετάκλητα, τόσο ανεπίστρεπτα, τόσο καθοριστικά.
Χρόνια τώρα, παλεύω να καταννοήσω τούς αυτόχειρες και την έννοια "παραίτηση". Αλλά, δεν μπορώ. Απο κείνη τη νύχτα του Νοέμβρη, όσες προσπάθειες έκανα να συμφιλιωθώ με το θάνατο ήταν μάταιες. Εχω καταλήξει στο συμπέρασμα πως, δεν είναι η ιδέα του θανάτου που με τρομάζει. Είναι αυτή, η ολική παραίτηση που ζωγραφίζεται στα πρόσωπα των πεθαμένων. Είναι αυτή, η παντοδυναμία μιάς τραγικής στιγμής, που μπορεί τα πάντα ν' αλλάξει, αλλά ερήμην των ίδιων των νεκρών. Είναι αυτή, η παντοδυναμία της απόφασης, εκείνα τα συγκλονιστικά λεπτά, ή δευτερόλεπτα που ο άνθρωπος έχει τον απόλυτο έλεγχο της ύπαρξής του στα χέρια του. Η, νομίζει πως τον έχει. Και, αντί να το γιορτάσει, το ξερνάει. Το φτύνει. Το αρνείται.
Κάποιες φορές, λέω μέσα μου, ο θάνατος μπορεί και νάναι γιορτή. Οταν δεν είναι αποτέλεσμα ένός εκούσιου "στιγμιαίου λάθους". Οταν μας επιλέγει. Και δεν τον επιλέγουμε. Οπως, δεν επιλέγουμε το να γεννηθούμε. Οταν μας συναντάει αναπόφευκτα, και δεν τρέχουμε να τον συναντήσουμε. Οταν, κυρίως, του δίνουμε την ευκαιρία να μας παλέψει...
Κι' άν, τελικά, η ζωή μας δεν είναι τίποτα περισσότερο απο εικόνες και στιγμές, ωραία, ή άσχημα βιωμένες, ποιός και πώς αποφασίζει να "κάψει" τα φιλμς τών "προσεχώς", να σκίσει τίς επόμενες σελίδες ενός βιβλίου μισοδιαβασμένου, να εγκαταλείψει πρόωρα τα θρανία της αέναης μάθησης και ημιμαθής και παραιτημένος να τσακίζει πάνω στα τσιμέντα ένα τσουβάλι ελπίδες και στιγμές αγέννητες ακόμη;
Στοίχιωσε μέσα μου αυτή η αυτοχειρία. Στοίχιωσε κι' η στιγμή. Πήρε τη μορφή εκείνης της πεσμένης στα σκαλιά του κλιμακοστασίου σαγιονάρας, πού'μοιαζε ν' αντιστάθηκε στο επερχόμενο. Πού'μοιαζε να μη παραιτήθηκε, σα να αρνήθηκε ν' ακολουθήσει τη πτώση. Σα να διεκδίκησε τη δική της ζωή. Σα να προστάτευσε τ' ανθρώπινα κύτταρα που κουβάλαγε πάνω της απ' τον εκούσιο θάνατο. Σα να μην τον συναποφάσισε...
Σα να φώναξε "Μή"......

22 Οκτ 2009

H μπαλάντα της Στιγμής

Η δύναμη της εικόνας;
Η, η δύναμη της μουσικής;

Πώς διαλύεται ο χρόνος στιγμιαία, χίλια κομμάτια γίνονται τα χρόνια που πέρασαν και σαν σε έκρηξη εκσφενδονίζονται βίαια και μές στο άπειρο της στιγμής έρχονται εικόνες μαζί με νότες και καρφώνονται αναίμακτα στο μυαλό...
Δεν πονάει. Εκπλήσσει.
Ενας Νοέμβρης μακρινός, πίσω αφημένος στα χρόνια, πάντα τρυφερός αυτός ο μήνας, ερωτικός και μυστήριος, υπόσχεται κι' αποκαλύπτει, με κινήσεις αργές, απολαυστικές, πετάει τα ρούχα του, δεν βιάζεται καθόλου, σφυρίζει μελωδίες ξεχασμένες, ίσως λιγάκι ντεμοντέ, καί πάντα καταφέρνει να ιδρώνει τα κορμιά των ανθρώπων χαμογελώντας, να παίρνει μετά ένα σφουγγάρι απο βρύα και λειχήνες και να τα σκουπίζει στοργικά.
Ενας Νοέμβρης μακρινός κι' ερωτευμένος με τον έρωτα, ν' απλώνει ομίχλες που κρύβουν τίς ντροπές, να λούζει στην ώχρα το κόκκινο της ηδονής, να προσγειώνει και ν' απογειώνει συνάμα την υπόσχεση, την προσδοκία, τον πόθο, τη φυγή, το τέλος...
Οτι τελειώνει... Οτι δεν τελειώνει ποτέ... Τούς φευγάτους έρωτες του παρελθόντος, όλα τα ά-μορφα που πρέπει να πραγματωθούν, όλα τ' αθάνατα που αναπνέουν μέσα μας, μα δεν τα νοιώθουμε...
Ενας Νοέμβρης μακρινός λοιπόν, χαμένος στο "τότε", και μιά μουσική! Σε μιά στάση του χρόνου, που μερικές φορές μοιάζει αιώνια και ώ! του θαύματος, παραμένει αιώνια! Σε πείσμα τών καιρών και μιάς μνήμης ισοπεδωτικής, μιά εικόνα και μιά μουσική πιάνουν στα χέρια τους το καλέμι και σμιλεύουν τίς θύμησες τις μακρινές "ξεσκαρτάροντας" επιδέξια το περιττό και το ανώφελο, την ουσία μόνο κρατώντας, την απόλυτη αξία της στιγμής, χωρίς τα "πρίν" και τα "μετά", χωρίς στολίσματα και εξηγήσεις, χωρίς "γιατί" και "επειδή", εικόνα μόνο κι' ήχος, χρειάζεται "γιατί" η εικόνα; Χρειάζεται "επειδή" ο ήχος;
Στροφές ανάβασης μέσα σε τοπίο φθινοπωρινό, ανυποψίαστος ο νούς σιγοτραγουδάει ευτυχισμένος για την ομορφιά εκεί γύρω, για την ομορφιά εκεί μέσα του... Ρουφάνε τα μάτια το χρυσό ολόγυρα, μαζεύουνε το κόκκινο απ' τα δέντρα, το κάνουν ένα με το κόκκινο της καρδιάς, αναβλύζει η ψυχή το χρυσό του έρωτα, το κόκκινο της προσμονής, το χλωμό καφεκίτρινο του φόβου που δεν αντέχει τα μεγάλα φορτία ευτυχίας...
Εκεί, σε μιά στροφή, ξεπροβάλλει η Δημητσάνα. Ακουμπισμένη με τό'να χέρι στη μέση και τ' άλλο απλωμένο στα υψώματα πίσω της, σα να στηρίζεται νωχελικά κι' αγέρωχα στα χώματά της, με τα πόδια ανοιχτά και τα μάτια μισόκλειστα, με πεντακάθαρη ποδιά και μπούστο κεντημένο...
Καλύπτει ομίχλη τα κεραμίδια των σπιτιών, μόνο κομμάτια αποκαλύπτονται σιγά-σιγά, "θέλει υπομονή η ομορφιά", σα να σου λέει χαμογελώντας με σιγουριά, σκορπίζει κάπνα στον ουρανό και ευωδιά καμμένου ξύλου στα ρουθούνια, κι' ύστερα παίρνει τις σκιές απ' τα σύννεφα και τις φοράει τσεμπέρι, μισό να φαίνεται το πρόσωπο, "έλα κοντά" φωνάζει ,"μέσα στις πέτρες των σπιτιών μου, έχω φυλαγμένες αγκαλιές και χάδια", υπόσχεται, και υποδέχεται...
Και μιά κασέττα στο αυτοκίνητο σα να σταμάτησε στο χρόνο.... "Think twice, it's another day for you and me in Paradise"....
Πώς γίνεται αλήθεια, ένα απλό, σχεδόν παιδικό τραγουδάκι να χωρέσει έναν ολόκληρο Παράδεισο; Να δυναμώνει η φωνή του Phil Collins, ν'αγκαλιάζει την εικόνα κι' η εικόνα να επιστρέφει τη φωνή;
Να γίνεται αυτό το μαγικό ταίριασμα, χωρίς πεντάγραμμα, χωρίς φίλτρα, μόνο με την αδιαφιλονίκητη εξουσία της στιγμής, που έρχεται απρόβλεπτα και απρόβλεπτα φεύγει;
Είναι αυτά τα ελάχιστα λεπτά που καθορίζουν τις μνήμες, που διαχωρίζουν το "ζώ" απ' το "βιώνω", που συμπυκνώνονται οι μουσικές όλου του κόσμου με τις μουσικές της καρδιάς, που ανακαλύπτεις ένα κρυφό παράθυρο στη έκσταση, είναι το "τίκ" του ρολογιού που μοιάζει να διαρκεί αιώνια, είναι το "τάκ" του ρολογιού, που μοιάζει να μην ήρθε ποτέ στ' αυτιά , να το πήρε ο Λούσιος στα νερά του, μόνο την ώρα του θανάτου θ' ακουστεί ξανά...
Γίνεται...
Οταν, η εικόνα σφραγίζει τη μνήμη με νότες....
Οταν οι νότες έχουν το χρώμα του έρωτα...
Οταν οι έρωτες βάφουν με τ' άλικο χρώμα της Κνωσσού τη Στιγμή....
Οταν η Στιγμή, πνίγει τους φόβους και την άρνηση...
Οταν η μνήμη δεν σκέφτεται ποτέ δυό φορές....
Δρασκελίζει μεμιάς κοιμισμένους αιώνες και χρόνια, χωρίς δισταγμό, χωρίς ντροπή, χωρίς θλίψη, ψάχνει και βρίσκει αυτό το "τίκ", φρέσκο κι' ανέγγιχτο απ' τον καιρό, το "ρετουσάρει" ελαφρά με λίγο ρόζ και Νοεμβριάτικη ομίχλη, και το σερβίρει σε δίσκο μπακιρένιο, Δημητσάνικο.
Το ράδιο παίζει το "Another day in Paradise" και η Αυτής Μεγαλειότης η Στιγμή, γιορτάζει τις αιώνιες επετείους της αθανασίας της

11 Οκτ 2009

Τ΄απλά.


Θέλω να γράψω για τ' απλό, απόψε. Να ξεχάσω τίς λέξεις και να καταθέσω νοήματα μουγγά. Και ν' αστράφτουν απ'αλήθεια και απλότητα. 
Ανεπίδεκτος μαθήσεως ο νούς, χάνονται τ' απλά του κόσμου μέσα στα ελικοειδή του μονοπάτια. Μπαίνουν τα χρώματα  στη μέση και οι σκέψεις παραπλανούνται κι' ύστερα περιπλανιούνται. Ανόητες προσπάθειες αφαίρεσης, καταλήγουν πάντα στο ίδιο σημείο. Ο λόγος γίνεται αντίλογος, γυρνάει και δαγκώνει την ουρά του, άμυνα και επίθεση μαζί, καταλήγει ένα κουβάρι πρίν πεθάνει, δεν βρίσκεται το απλό στον κύκλο, ο κύκλος είναι περίπλοκο σχήμα, στίς κοίλες επιφάνειες δεν υπάρχει ούτε τέλος, ούτε αρχή.
Πόσο απερίγραπτα δύσκολο είναι να γράψω για τ' απλό... Να κάνω τα μάτια μου σχισμές, χάνονται έτσι τα περιττά, το βλέμμα εστιάζει σ' ότι πραγματικά υπάρχει. Να γεμίσω πέντε σελίδες λέξεις και με τα μάτια μου σχισμές ν' απομονώσω τρείς προτάσεις που να μπορούν να τις συλλαβίσουν μωρά παιδιά.
Ν'απαριθμήσω τ' απλά εκατό φορές, να μάθω να μη τα ξεχνάω. Ν' αποκωδικοποιήσω τα νεύματα των ματιών και τα πρωτόγονα αγγίγματα. Να πετάξω στα σκουπίδια όλα τα διφορούμενα και τα υπερθετικά.
Να ανακαλύψω όλες τις μουσικές του κόσμου μές στο "ντο"και στο λευκό να βλέπω χρώματα.Να γυρίσω χίλιες στροφές γύρω απ' τον αξονά μου, να ξετυλίγονται ένα-ένα τα "επιπλέον", να χάνονται μές στη φυγόκεντρο τα λόγια, έναν αιώνα λόγια κυοφορώ μές στο μυαλό μου, τις σημασίες μόνο να κρατήσω και στην ουσία των πραγμάτων να με ταξιδεύω.
Αδύνατον να γράψω για τ' απλό! Ολα τ' απλά που έχω εύκαιρα, χοροπηδούν ξεδιάντροπα κι' αρνούνται να γίνουν λέξεις...Δεν χωράνε. Γλιστρούν στα πλήκτρα οι Κυριακάτικες φθινοπωρινές λιακάδες, τα χιλιοειπωμένα "σ'αγαπώ" όλου του κόσμου, ένα ζευγάρι μάτια παιδικά, ένα χαλί απο φύλλα, μιά χούφτα φρέσκα καρύδια, η "Σονάτα υπο το σεληνόφως", δυό ζωγραφισμένα βότσαλα, τα παραμορφωμένα χέρια των γερόντων, ένα ποτήρι γιοματάρι, ο ύπνος των μωρών, οι ψάθινες καρέκλες καφενείων.
Με περιπαίζουν και δραπετεύουν...
Προλαβαίνω στον αέρα ένα χαμόγελο. Πάτάω το enter και το φυλακίζω....

Κι' ότι γίνει...