8 Σεπ 2009

Better of dead...








Τραβάω τη καρέκλα κοντά στο πληκτρολόγιο. Αδικα περιμένω τόσες μέρες το γνώριμο τρέμουλο στα δάχτυλα όταν νοιώθω ότι πρέπει να γράψω. Διατελώ σε εγκεφαλική άπνοια.Οχι, άνοια, ευτυχώς. Κάτι, σαν ανώφελη αναμονή. Σαν ν' αφήνω το τηλέφωνο να χτυπάει σ' ένα νούμερο που ο κάτοχός του απουσιάζει. Και το ξέρω. Ο ορίζοντας γύρω μου είναι το μόνο πράγμα που αλλάζει δραματικά σ' αυτή τη χώρα. Φοράει το μόνο γκρί που αγαπώ, αυτό με την υπόσχεση της βροχής μέσα του, και είναι η μόνη υπόσχεση που λαμβάνω σοβαρά υπ' όψιν εδώ και χρόνια.

"Πώς ήταν η Ανάφη;"

Η Ανάφη ήταν μιά ανάσα γνησιότητας και ανεπιτήδευσης. Ηταν το σπίτι μας, που κουβαλήσαμε κι' εναποθέσαμε με αγάπη μεσοπέλαγα. Ηταν ο εαυτός μας γυμνός πάνω στην άμμο, χωρίς να έχει τίποτα να κρύψει, χωρίς να έχει τίποτα να επιδείξει. Η Ανάφη ήταν το χάδι πάνω σ' ένα κουρασμένο κορμί, χάδι τραχύ και άπειρο, τόσο πολύτιμο ωστόσο αφού δεν ξέρει να ζητήσει ανταμοιβή. Μα η Ανάφη μένει πίσω. Δέκα ώρες μακριά απ' τον Πειραιά. Αδιαφορεί για τις ανώφελες αναμονές και για τις αναπάντητες κλήσεις. Φοράει το σάλι στούς ώμους της, στέκει ορθή στούς βοριάδες και χαμογελάει με ικανοποίηση που οι αντένες της δεν πιάνουν τα κανάλια όταν φυσάει πάνω απο 6 μποφώρ.


Να φύσαγε τουλάχιστον κι' εδώ.... Να σάρωνε καλώδια και ξύλινες κολώνες. Νά'κανε παραμάζωμα τις ελπίδες, να τις σκόρπαγε κάπου μακριά, σε χώρες που οι άνθρωποι δεν έχουν κουραστεί να περιμένουν, όπου φυτρώνει ακόμα ο σπόρος της αλήθειας, όπου χαράζονται ακόμα χαμόγελα χωρίς πικρία στα χείλη, οπουδήποτε οι κλήσεις δεν μένουν αναπάντητες, οπουδήποτε επιτρέπεται ακόμα να ονειρεύεσαι, εκεί που υπάρχει λόγος σοβαρός για να ξυπνάς κάθε πρωί, εκεί που δεν ζούν απο συνήθεια και δεν πεθαίνουν φοβισμένοι.


Ακόμα κι' αυτή την έκπληξη του πρώϊμου φθινόπωρου, δεν τη πολυπιστεύω. Σιχαίνομαι τα ξεφτισμένα καλοκαίρια που σέρνουν την υγρή τους ζέστη μέχρι το τέλος του Σεπτέμβρη σα να βαριούνται ν' αλλάξουνε το σκηνικό, αλλά φοβάμαι πως οι Σεπτέμβρηδες χαλάσανε κι' αυτοί, βγαίνουνε στα παράθυρα και υπόσχονται φθινόπωρα αληθινά και μόλις η επιδερμίδα ανατριχιάσει με τη πρώτη ψύχρα, μόλις το πρώτο ζακετάκι αποβάλλει τη μυρωδιά της κλεισούρας, θα ενδυθούν τα ψεύτικα καλοκαιρινά τους χαμόγελα που θα σβύνουν άδοξα κάθε δειλινό, όλο και νωρίτερα, όλο και ψυχρότερα.


Eντωμεταξύ, η ντεμί-σαιζόν ζωή γύρω μου διατηρεί στην θαλασσινή άλμη τις καλοκαιριάτικες εικόνες μου που ούτε αυτή η πρώτη φθινοπωρινή νεροποντή δεν κατάφερε να τις ξεπλύνει, με κρατάει πεισματικά σε κατάσταση ανώφελης αναμονής και βάφει με ήλιο Αυγουστιάτικο τις σκοτεινές πτυχές της ψυχής μου. Περιμένω καταιγίδες λυτρωτικές, να με σπρώξουν ένα βήμα μπροστά, να ξεκολλήσω απο το ντεμί κι' άς φτάσω το χείριστο. Να ξεριζώσει ο αέρας το γαλάζιο απ' τα μάτια μου, ν' αλλάξω χρώμα, ν' αλλάξω δέρμα. Να ατροφήσουν οι ελπίδες , σε χειμερία νάρκη να περιπέσουν μ' ένα στρώμα παχύ απο φύλλα πάνω τους, να χάσω το δρόμο, να μη τίς ξαναβρώ. Να φύγουνε.... Νά πάν αλλού....


Αν δεν υπάρχουν ελπίδες να ταίζω, δεν θα φοβάμαι πως θ' απελπιστώ.


Παρ' όλα αυτά, μη με πιστεύετε!


Κάποιος ζύμωσε το θυμικό μου με χώμα. Κι'αυτό το γαμημένο, ποτέ δεν παύει να περιμένει τη βροχή....


27 Ιουλ 2009

Φτάνει η μουσική εκεί πάνω;

Αφιερωμένο στην Mαντάμ ντε Μποβαρύ μου που σαν σήμερα, πριν 3 χρόνια, "έφυγε" χωρίς να προλάβω να την κάνω ν' αγαπήσει δυό υπέροχα πράγματα: Την ρόκ και το κλαρίνο!


Μαμά! Ακου!
oπbject width="425" height="344">

15 Ιουλ 2009

Αγονη γραμμή...


Στην άγονη γραμμή ταξιδεύει ήδη η σκέψη και το μυαλό άκόμα πιό άγονο....


Οι λέξεις γίνονται παρανάλωμα σε πύρινα ηλιοβασιλέματα και τα καλοκαιρινά φεγγάρια προλαβαίνουν και τις καταπίνουν πρίν καταγραφούν...


Το νερό έχει γίνει ένα με το σώμα, τα συναισθήματα μουλιάζουν εκεί ηδονικά, λές και βαριούνται να πάρουν μορφή, ένα ζελέ φράουλα νοιώθω ολόκληρη και η οθόνη του υπολογιστή μυστικά συνομωτεί με τη θερινή ραστώνη που με κατακλύζει και "τρώω πόρτα" όποτε κάνω να την πλησιάσω...

Μαζεύω το κόκκινο και το μπλέ στις αποθήκες των αναμνήσεών μου λές και κάποτε θα τελειώσουν. Τελειώνει άραγε το κόκκινο, το μπλέ, άν το φυλακίσεις κάτω απο τα βλέφαρά σου;

Σε 27 μέρες θ' αρχίσω να συλλέγω το λευκό . Και το ξανθό της άμμου. Και το αλμυρό κυκλαδίτικο αεράκι ασημένιο θα το βάψω, να λαμπυρίζει στα μαλιά μου όταν επιστρέψω.

Θάθελα να φτιάξω μπομπονιέρες με βότσαλα, άμμο, αέρα και νερό και να μπορούσα να σας τις στείλω. Δωρίζονται οι στιγμές;

Μόνο σ' όποιον τις ζεί.

Γι'αυτό κι' εγώ, ερήμην σας θα ραδιουργήσω.

Οι μορφές σας, απο την φαντασία μου σχηματισμένες, θα τοποθετηθούν σε μυστικά σημεία, στα δάχτυλα, στα μάτια, στους ώμους, στα χαμόγελά μου, στα χνάρια των ποδιών μου πάνω στις αμμουδιές....

Αθελά σας θα συμμετέχετε στις στιγμές που δεν δωρίζονται. Ο καθένας σας σύμφωνα με την αύρα που μου στέλνει. Κι' επειδή, ακράδαντα πιστεύω πως είμαστε ότι ζούμε, θερμά παρακαλώ να παραμείνετε στις θέσεις που μοιράζω και κοινωνοί να γίνετε μ' εμπιστοσύνη και ασφάλεια, όλων αυτών που δεν γυρίζουν πίσω... Των ανεκτίμητων "τώρα"μου, των ανεκπλήρωτων "ίσως" μου, των άγνωστων, αμφίβολων και προσδοκώμενων "αύριο" μου.

Οι αναρτήσεις και τα σχόλια είναι μόνο μικροί καθρέφτες απο ένα σύνολο άυλο και υλικό, ιδωμένα πάντα με την μοναδικότητα και το συναίσθημα του καθενός που τα διαβάζει, επεξεργασμένα και αναμεμειγμένα με το προσωπικό του αποτύπωμα, ένα συνονθύλευμα του "εγώ" και του "εσύ", είναι αλφαβήτες διαβασμένες σε γλώσσες διαφορετικές, εξισώσεις με πολλές λύσεις.

Γι'αυτό, όσο τα "υπαρξιακά" μου γίνονται "υπάρχω", απλή, μοναδική και υπέροχη εμπειρία αλήθεια, θα προσπαθώ πού και πού εγγράφως να σιωπώ, θ' αφήνω τις λέξεις να ωριμάζουν με αργούς ρυθμούς στο δέντρο της αυτογνωσίας και ακούραστα θα κυνηγώ, θα χρωματίζω και θ' αποθηκεύω όλα τα θαυμαστά κι' αόρατα του κόσμου αυτού στις τούλινες μπομπονιέρες μου, να τα "βλέπω", να τα "μυρίζω", να τα "μεταλαμβάνω" και να "χτίζω" τον καθρέφτη μου μεγάλο και τρισδιάστατο.

Γαλήνη το λένε αυτό, νομίζω;
























26 Ιουν 2009

62 καλοκαίρια!


Εντωμεταξύ, το καλοκαίρι μεταγγίστηκε για τα καλά στις φλέβες μου. Εγώ, η λάτρις του χειμώνα, αρχίζω ν' αλλαξοπιστώ ανενδοίαστα και να προσφέρω σπονδή το σώμα μου στο νερό, στον ήλιο, στο χώμα, στα μώβ ηλιοβασιλέματα, στις βραδυνές ευωδιές...Ευχαριστώ Καλοκαίρι!

Εντωμεταξύ, έτσι ξαφνικά, έδωσα μιά και τραβώντας απότομα τον ντούμπλ φάς εαυτό μου στο φώς παρέδωσα τούς φόβους και τις παιδικές μου ανασφάλειες στην εκτυφλωτική λάμψη των καλοκαιριάτικων μεσημεριών και ηδονικά παρακολουθώντας τα να στεγνώνουν στο αλάτι, τούς φτύνω κατάμουτρα τα κουκούτσια απ' το καρπούζι που μασουλάω. Ευχαριστώ Ηλιε!

Εντωμεταξύ, ο υπέροχος μετεωρίτης της 12ης του Ιούνη καταδέχτηκε να μου χαρίσει μερικά δευτερόλεπτα θαύματος, αρκετά όμως για να προλάβω να φυλακίσω ένα μικρό κομμάτι σύμπαντος στο σεντουκάκι των σημαντικών μου αναμνήσεων. Ευχαριστώ Σύμπαν!

Εντωμεταξύ, αφήνω τις μουσικές να με ζαλίζουν μεθυστικά και παρασύρομαι να τραγουδάω ανάλαφρα, καλοκαιρινά τραγουδάκια με την ταλαίπωρη απ' το τσιγάρο φωνή μου και καταφέρνω να κάνω τα πρώτα τζιτζίκια να σιωπούν αγανακτισμένα και τούς φλώρους απο το δίπλα κτήμα να με συναγωνίζονται πεισματικά. Ευχαριστώ φλώρια!

Εντωμεταξύ, επιτρέπω και πάλι στο κοριτσάκι που χορεύει κρυφά στην καρδιά μου να σχεδιάσει ταξίδι μακρινό, κάτι σαν όνειρο ξεχασμένο απο καιρό, ταξίδι "ολαστοφως", ταϊζω την φαντασία μου με αλάτι και ήλιο τροπικό, πασαλείβομαι με αντηλιακά καρύδας και μούρχεται να δαγκώσω το μπράτσο μου απο τη μυρωδιά και την ανελέητη προσμονή. Ευχαριστώ Κοριτσάκι της καρδιάς μου!

Εντωμεταξύ, θυμάμαι πού και πού εκείνον τον κακό Κινέζο γέρο στη Σιγκαπούρη που διαβάζοντας το χέρι μου, περιχαρής μου ανακοίνωσε πως θα πεθάνω "vely old, madame, vely old!" και όταν τον ρώτησα "How old, δηλαδή;" μου απάντησε μες στη χαρά " sixty-two, madame, sixty-two!"

Θάχει προλάβει να στεγνώσει καλά η μέσα πλευρά του ντούμπλ φας εαυτού μου μέχρι τότε; (Δεν είναι και πάρα πολύ μακριά το sixty-two, φτού!!!)

Θάχω προλάβει να φάω πολλά κόκκινα καρπούζια; Θα προλάβει να ζαρώσει το δέρμα μου απ' τον ήλιο και τ' αλάτι; Να φτάσω τους 500 κοιλιακούς και το 1 χιλιόμετρο κολύμπι; Να γίνει δέντρο ο ιβίσκος της Μαντάμ ντε Μποβαρύ;

Εντωμεταξύ, απαγορεύω στον εαυτό μου ν' αφήσει έστω και μιά σταγόνα χυμού ζωής άπιωτη, χορεύοντας και τραγουδώντας σε ελιξήριο το μεταλλάσω, ερωτεύομαι τα βαμμένα φούξια νύχια των ποδιών μου και ορκίζομαι κρυφά πως δεν θα μου επιτρέψω ποτέ να γεράσω, όσο θα υπάρχουν καλοκαίρια ξεδιάντροπα απολαυστικά και χειμώνες που θα με ταξιδέψουν στα "ολαστοφως" νησιά των ονείρων μου, όσο θα ζουζουνίζουνε οι μέλισσες γύρω απ' τις λεβάντες μου, όσο το το νερό στο πρωίνό πηγαδήσιο πότισμα των λεμονιών θα μου τραγουδάει "φςςςςςςςςς" μές στην ησυχία, όσο τα δάχτυλά μου θα μυρίζουνε ροδάκινο και τα μαλλιά μου δεντρολίβανο.

Sixty-two καλοκαίρια, μάλλον μου υποσχέθηκε ο γερο-Κινέζος.... Ευχαριστώ γερο-Κινέζε!