
Τραβάω τη καρέκλα κοντά στο πληκτρολόγιο. Αδικα περιμένω τόσες μέρες το γνώριμο τρέμουλο στα δάχτυλα όταν νοιώθω ότι πρέπει να γράψω. Διατελώ σε εγκεφαλική άπνοια.Οχι, άνοια, ευτυχώς. Κάτι, σαν ανώφελη αναμονή. Σαν ν' αφήνω το τηλέφωνο να χτυπάει σ' ένα νούμερο που ο κάτοχός του απουσιάζει. Και το ξέρω. Ο ορίζοντας γύρω μου είναι το μόνο πράγμα που αλλάζει δραματικά σ' αυτή τη χώρα. Φοράει το μόνο γκρί που αγαπώ, αυτό με την υπόσχεση της βροχής μέσα του, και είναι η μόνη υπόσχεση που λαμβάνω σοβαρά υπ' όψιν εδώ και χρόνια.
"Πώς ήταν η Ανάφη;"

Η Ανάφη ήταν μιά ανάσα γνησιότητας και ανεπιτήδευσης. Ηταν το σπίτι μας, που κουβαλήσαμε κι' εναποθέσαμε με αγάπη μεσοπέλαγα. Ηταν ο εαυτός μας γυμνός πάνω στην άμμο, χωρίς να έχει τίποτα να κρύψει, χωρίς να έχει τίποτα να επιδείξει. Η Ανάφη ήταν το χάδι πάνω σ' ένα κουρασμένο κορμί, χάδι τραχύ και άπειρο, τόσο πολύτιμο ωστόσο αφού δεν ξέρει να ζητήσει ανταμοιβή. Μα η Ανάφη μένει πίσω. Δέκα ώρες μακριά απ' τον Πειραιά. Αδιαφορεί για τις ανώφελες αναμονές και για τις αναπάντητες κλήσεις. Φοράει το σάλι στούς ώμους της, στέκει ορθή στούς βοριάδες και χαμογελάει με ικανοποίηση που οι αντένες της δεν πιάνουν τα κανάλια όταν φυσάει πάνω απο 6 μποφώρ.

Να φύσαγε τουλάχιστον κι' εδώ.... Να σάρωνε καλώδια και ξύλινες κολώνες. Νά'κανε παραμάζωμα τις ελπίδες, να τις σκόρπαγε κάπου μακριά, σε χώρες που οι άνθρωποι δεν έχουν κουραστεί να περιμένουν, όπου φυτρώνει ακόμα ο σπόρος της αλήθειας, όπου χαράζονται ακόμα χαμόγελα χωρίς πικρία στα χείλη, οπουδήποτε οι κλήσεις δεν μένουν αναπάντητες, οπουδήποτε επιτρέπεται ακόμα να ονειρεύεσαι, εκεί που υπάρχει λόγος σοβαρός για να ξυπνάς κάθε πρωί, εκεί που δεν ζούν απο συνήθεια και δεν πεθαίνουν φοβισμένοι.

Ακόμα κι' αυτή την έκπληξη του πρώϊμου φθινόπωρου, δεν τη πολυπιστεύω. Σιχαίνομαι τα ξεφτισμένα καλοκαίρια που σέρνουν την υγρή τους ζέστη μέχρι το τέλος του Σεπτέμβρη σα να βαριούνται ν' αλλάξουνε το σκηνικό, αλλά φοβάμαι πως οι Σεπτέμβρηδες χαλάσανε κι' αυτοί, βγαίνουνε στα παράθυρα και υπόσχονται φθινόπωρα αληθινά και μόλις η επιδερμίδα ανατριχιάσει με τη πρώτη ψύχρα, μόλις το πρώτο ζακετάκι αποβάλλει τη μυρωδιά της κλεισούρας, θα ενδυθούν τα ψεύτικα καλοκαιρινά τους χαμόγελα που θα σβύνουν άδοξα κάθε δειλινό, όλο και νωρίτερα, όλο και ψυχρότερα.

Eντωμεταξύ, η ντεμί-σαιζόν ζωή γύρω μου διατηρεί στην θαλασσινή άλμη τις καλοκαιριάτικες εικόνες μου που ούτε αυτή η πρώτη φθινοπωρινή νεροποντή δεν κατάφερε να τις ξεπλύνει, με κρατάει πεισματικά σε κατάσταση ανώφελης αναμονής και βάφει με ήλιο Αυγουστιάτικο τις σκοτεινές πτυχές της ψυχής μου. Περιμένω καταιγίδες λυτρωτικές, να με σπρώξουν ένα βήμα μπροστά, να ξεκολλήσω απο το ντεμί κι' άς φτάσω το χείριστο. Να ξεριζώσει ο αέρας το γαλάζιο απ' τα μάτια μου, ν' αλλάξω χρώμα, ν' αλλάξω δέρμα. Να ατροφήσουν οι ελπίδες , σε χειμερία νάρκη να περιπέσουν μ' ένα στρώμα παχύ απο φύλλα πάνω τους, να χάσω το δρόμο, να μη τίς ξαναβρώ. Να φύγουνε.... Νά πάν αλλού....

Αν δεν υπάρχουν ελπίδες να ταίζω, δεν θα φοβάμαι πως θ' απελπιστώ.

Παρ' όλα αυτά, μη με πιστεύετε!
Κάποιος ζύμωσε το θυμικό μου με χώμα. Κι'αυτό το γαμημένο, ποτέ δεν παύει να περιμένει τη βροχή....







