skip to main |
skip to sidebar
Η δύναμη της εικόνας;
Η, η δύναμη της μουσικής;
Πώς διαλύεται ο χρόνος στιγμιαία, χίλια κομμάτια γίνονται τα χρόνια που πέρασαν και σαν σε έκρηξη εκσφενδονίζονται βίαια και μές στο άπειρο της στιγμής έρχονται εικόνες μαζί με νότες και καρφώνονται αναίμακτα στο μυαλό...
Δεν πονάει. Εκπλήσσει.
Ενας Νοέμβρης μακρινός, πίσω αφημένος στα χρόνια, πάντα τρυφερός αυτός ο μήνας, ερωτικός και μυστήριος, υπόσχεται κι' αποκαλύπτει, με κινήσεις αργές, απολαυστικές, πετάει τα ρούχα του, δεν βιάζεται καθόλου, σφυρίζει μελωδίες ξεχασμένες, ίσως λιγάκι ντεμοντέ, καί πάντα καταφέρνει να ιδρώνει τα κορμιά των ανθρώπων χαμογελώντας, να παίρνει μετά ένα σφουγγάρι απο βρύα και λειχήνες και να τα σκουπίζει στοργικά.
Ενας Νοέμβρης μακρινός κι' ερωτευμένος με τον έρωτα, ν' απλώνει ομίχλες που κρύβουν τίς ντροπές, να λούζει στην ώχρα το κόκκινο της ηδονής, να προσγειώνει και ν' απογειώνει συνάμα την υπόσχεση, την προσδοκία, τον πόθο, τη φυγή, το τέλος...
Οτι τελειώνει... Οτι δεν τελειώνει ποτέ... Τούς φευγάτους έρωτες του παρελθόντος, όλα τα ά-μορφα που πρέπει να πραγματωθούν, όλα τ' αθάνατα που αναπνέουν μέσα μας, μα δεν τα νοιώθουμε...
Ενας Νοέμβρης μακρινός λοιπόν, χαμένος στο "τότε", και μιά μουσική! Σε μιά στάση του χρόνου, που μερικές φορές μοιάζει αιώνια και ώ! του θαύματος, παραμένει αιώνια! Σε πείσμα τών καιρών και μιάς μνήμης ισοπεδωτικής, μιά εικόνα και μιά μουσική πιάνουν στα χέρια τους το καλέμι και σμιλεύουν τίς θύμησες τις μακρινές "ξεσκαρτάροντας" επιδέξια το περιττό και το ανώφελο, την ουσία μόνο κρατώντας, την απόλυτη αξία της στιγμής, χωρίς τα "πρίν" και τα "μετά", χωρίς στολίσματα και εξηγήσεις, χωρίς "γιατί" και "επειδή", εικόνα μόνο κι' ήχος, χρειάζεται "γιατί" η εικόνα; Χρειάζεται "επειδή" ο ήχος;
Στροφές ανάβασης μέσα σε τοπίο φθινοπωρινό, ανυποψίαστος ο νούς σιγοτραγουδάει ευτυχισμένος για την ομορφιά εκεί γύρω, για την ομορφιά εκεί μέσα του... Ρουφάνε τα μάτια το χρυσό ολόγυρα, μαζεύουνε το κόκκινο απ' τα δέντρα, το κάνουν ένα με το κόκκινο της καρδιάς, αναβλύζει η ψυχή το χρυσό του έρωτα, το κόκκινο της προσμονής, το χλωμό καφεκίτρινο του φόβου που δεν αντέχει τα μεγάλα φορτία ευτυχίας...
Εκεί, σε μιά στροφή, ξεπροβάλλει η Δημητσάνα. Ακουμπισμένη με τό'να χέρι στη μέση και τ' άλλο απλωμένο στα υψώματα πίσω της, σα να στηρίζεται νωχελικά κι' αγέρωχα στα χώματά της, με τα πόδια ανοιχτά και τα μάτια μισόκλειστα, με πεντακάθαρη ποδιά και μπούστο κεντημένο...
Καλύπτει ομίχλη τα κεραμίδια των σπιτιών, μόνο κομμάτια αποκαλύπτονται σιγά-σιγά, "θέλει υπομονή η ομορφιά", σα να σου λέει χαμογελώντας με σιγουριά, σκορπίζει κάπνα στον ουρανό και ευωδιά καμμένου ξύλου στα ρουθούνια, κι' ύστερα παίρνει τις σκιές απ' τα σύννεφα και τις φοράει τσεμπέρι, μισό να φαίνεται το πρόσωπο, "έλα κοντά" φωνάζει ,"μέσα στις πέτρες των σπιτιών μου, έχω φυλαγμένες αγκαλιές και χάδια", υπόσχεται, και υποδέχεται...
Και μιά κασέττα στο αυτοκίνητο σα να σταμάτησε στο χρόνο.... "Think twice, it's another day for you and me in Paradise"....
Πώς γίνεται αλήθεια, ένα απλό, σχεδόν παιδικό τραγουδάκι να χωρέσει έναν ολόκληρο Παράδεισο; Να δυναμώνει η φωνή του Phil Collins, ν'αγκαλιάζει την εικόνα κι' η εικόνα να επιστρέφει τη φωνή;
Να γίνεται αυτό το μαγικό ταίριασμα, χωρίς πεντάγραμμα, χωρίς φίλτρα, μόνο με την αδιαφιλονίκητη εξουσία της στιγμής, που έρχεται απρόβλεπτα και απρόβλεπτα φεύγει;
Είναι αυτά τα ελάχιστα λεπτά που καθορίζουν τις μνήμες, που διαχωρίζουν το "ζώ" απ' το "βιώνω", που συμπυκνώνονται οι μουσικές όλου του κόσμου με τις μουσικές της καρδιάς, που ανακαλύπτεις ένα κρυφό παράθυρο στη έκσταση, είναι το "τίκ" του ρολογιού που μοιάζει να διαρκεί αιώνια, είναι το "τάκ" του ρολογιού, που μοιάζει να μην ήρθε ποτέ στ' αυτιά , να το πήρε ο Λούσιος στα νερά του, μόνο την ώρα του θανάτου θ' ακουστεί ξανά...
Γίνεται...
Οταν, η εικόνα σφραγίζει τη μνήμη με νότες....
Οταν οι νότες έχουν το χρώμα του έρωτα...
Οταν οι έρωτες βάφουν με τ' άλικο χρώμα της Κνωσσού τη Στιγμή....
Οταν η Στιγμή, πνίγει τους φόβους και την άρνηση...
Οταν η μνήμη δεν σκέφτεται ποτέ δυό φορές....
Δρασκελίζει μεμιάς κοιμισμένους αιώνες και χρόνια, χωρίς δισταγμό, χωρίς ντροπή, χωρίς θλίψη, ψάχνει και βρίσκει αυτό το "τίκ", φρέσκο κι' ανέγγιχτο απ' τον καιρό, το "ρετουσάρει" ελαφρά με λίγο ρόζ και Νοεμβριάτικη ομίχλη, και το σερβίρει σε δίσκο μπακιρένιο, Δημητσάνικο.
Το ράδιο παίζει το "Another day in Paradise" και η Αυτής Μεγαλειότης η Στιγμή, γιορτάζει τις αιώνιες επετείους της αθανασίας της
Θέλω να γράψω για τ' απλό, απόψε. Να ξεχάσω τίς λέξεις και να καταθέσω νοήματα μουγγά. Και ν' αστράφτουν απ'αλήθεια και απλότητα.
Ανεπίδεκτος μαθήσεως ο νούς, χάνονται τ' απλά του κόσμου μέσα στα ελικοειδή του μονοπάτια. Μπαίνουν τα χρώματα στη μέση και οι σκέψεις παραπλανούνται κι' ύστερα περιπλανιούνται. Ανόητες προσπάθειες αφαίρεσης, καταλήγουν πάντα στο ίδιο σημείο. Ο λόγος γίνεται αντίλογος, γυρνάει και δαγκώνει την ουρά του, άμυνα και επίθεση μαζί, καταλήγει ένα κουβάρι πρίν πεθάνει, δεν βρίσκεται το απλό στον κύκλο, ο κύκλος είναι περίπλοκο σχήμα, στίς κοίλες επιφάνειες δεν υπάρχει ούτε τέλος, ούτε αρχή.
Πόσο απερίγραπτα δύσκολο είναι να γράψω για τ' απλό... Να κάνω τα μάτια μου σχισμές, χάνονται έτσι τα περιττά, το βλέμμα εστιάζει σ' ότι πραγματικά υπάρχει. Να γεμίσω πέντε σελίδες λέξεις και με τα μάτια μου σχισμές ν' απομονώσω τρείς προτάσεις που να μπορούν να τις συλλαβίσουν μωρά παιδιά.
Ν'απαριθμήσω τ' απλά εκατό φορές, να μάθω να μη τα ξεχνάω. Ν' αποκωδικοποιήσω τα νεύματα των ματιών και τα πρωτόγονα αγγίγματα. Να πετάξω στα σκουπίδια όλα τα διφορούμενα και τα υπερθετικά.
Να ανακαλύψω όλες τις μουσικές του κόσμου μές στο "ντο"και στο λευκό να βλέπω χρώματα.Να γυρίσω χίλιες στροφές γύρω απ' τον αξονά μου, να ξετυλίγονται ένα-ένα τα "επιπλέον", να χάνονται μές στη φυγόκεντρο τα λόγια, έναν αιώνα λόγια κυοφορώ μές στο μυαλό μου, τις σημασίες μόνο να κρατήσω και στην ουσία των πραγμάτων να με ταξιδεύω.
Αδύνατον να γράψω για τ' απλό! Ολα τ' απλά που έχω εύκαιρα, χοροπηδούν ξεδιάντροπα κι' αρνούνται να γίνουν λέξεις...Δεν χωράνε. Γλιστρούν στα πλήκτρα οι Κυριακάτικες φθινοπωρινές λιακάδες, τα χιλιοειπωμένα "σ'αγαπώ" όλου του κόσμου, ένα ζευγάρι μάτια παιδικά, ένα χαλί απο φύλλα, μιά χούφτα φρέσκα καρύδια, η "Σονάτα υπο το σεληνόφως", δυό ζωγραφισμένα βότσαλα, τα παραμορφωμένα χέρια των γερόντων, ένα ποτήρι γιοματάρι, ο ύπνος των μωρών, οι ψάθινες καρέκλες καφενείων.
Με περιπαίζουν και δραπετεύουν...
Προλαβαίνω στον αέρα ένα χαμόγελο. Πάτάω το enter και το φυλακίζω....
Κι' ότι γίνει...
Θέλει να ματώσει ξανά...Να μείνουν τούφες απο τα μαλλιά της στα χέρια του "μυστικού" της αστυνομίας, αλλά να μη τη νοιάζει...Να τρώει τις γροθιές στα μούτρα και να γελάει μέσα της...Να παραπαίει, με σκισμένο τζήν και αίμα στα χείλη, αλλά να νοιώθει δυνατή....Ν' ακούει βρισιές που φτύναν μίσος, αλλά να μη νοιώθει ταπείνωση... Θέλει να ξαναζήσει την απόλαυση της αδρεναλίνης, πεταμένη κάτω, στη κλούβα, με μιά μπότα πάνω στο πρόσωπο κι' ένα "θα σε λοιώσω μωρή κουφάλα"να σφυρίζει απειλητικά, να αιωρείται ανάμεσα σ' εκείνη και στούς "άλλους", και να ψιθυρίζει αχνά "ρουφιάνοι, ρουφιάνοι, ρουφιάνοι", το αιώνιο πείσμα της, η ανίκητη αντίδραση, η βεβαιότητα, το θράσσος, όλα ασπίδα αόρατη που ήξερε, ήταν σίγουρη, πως θα την κρατούσαν ζωντανή...
Στο ασανσέρ, στην Ασφάλεια, έξι ορόφους, έτρωγε χτυπήματα στο στομάχι, τα χέρια του "μυστικού" σαν τανάλιες, κοντός, θεόκοντος αλλά με δύναμη ταύρου, πόναγε παντού, όμως, όχι μέσα της.
Φωτογραφίες, ανφάς, προφίλ, αποτυπώματα, ερωτήσεις που δεν περίμεναν απάντηση, ειρωνία στο βλέμμα τους, ειρωνία στο βλέμμα της...Ούτε αμφιβολία, ούτε ανασφάλειες, ούτε φόβος... Νικητές ανακυρήσσονταν το δίκιο και τα νιάτα της...
Πόσο θέλει να ματώσει ξανά... Το κελλί, μιά σταλιά. Οι τοίχοι χιλιογραμμένοι. Δεν είχε μολύβι, να γράψει κι' αυτή....Δεν είχε νύχια να χαράξει το τσιμέντο.... Μόνο φωνή είχε, που σιγανά, τραγούδαγε όλη τη νύχτα Θεοδωράκη.... Σιγανά,πολύ σιγανά, όχι με φωνή, με θυμό, με σφιγμένη γροθιά....
Φλεβάρης ήταν... Μέσα εκεί, ήταν ακόμα πιό Φλεβάρης....¨Ηθελε να στρώσει κάτι χάμω, να ξαπλώσει, έτρεμε απο κρύο, έτρεμε απο πόνο, το αμπέχωνο είχε μείνει εκεί, στην Ακαδημίας, πεταμένο στο πεζοδρόμιο, ούτε θυμάται πώς γλύστρισε απο πάνω της.... Τα χτυπήματα μόνο θυμάται, το σύρσιμο πάνω στις τσιμεντόπλακες, απ' τα μαλλιά, τίς κλωτσιές στα καλάμια, στα πλευρά, κάτι σαν γκλόμπ στούς ώμους, στο πάνω μέρος της παλάμης, στον αυχένα, και τίς στάλες απ' το αίμα , τα δόντια τα σπασμένα στη γλώσσα της, κι' ένα πόνο πού'μοιαζε να μην είναι δικός της, να μη προέρχεται απ' το σώμα της, αλλά ούτε απ' τη ψυχή της...Μάτια πολλά, μαζεμένα γύρω κοίταζαν σα να ντρέπονταν για το φόβο τους, εκείνη μόνο ντρεπόταν που τούς έκανε και ντρέπονταν...
Βημάτιζε όλη νύχτα, πάνω κάτω, πάνω κάτω, πέρναγε το χέρι στο κεφάλι που τό'νοιωθε μουδιασμένο και στη παλάμη έμεναν τρίχες, μακριές, καστανές και ίσιες... Το ένα πόδι σχεδόν γυμνό, το τζήν είχε ανοίξει στη ραφή, αυτό την ενοχλούσε πιό πολύ, την έκανε να νοιώθει ευάλωτη, γυμνή...Τα σαγόνια της χτυπούσαν, καλύτερα να τραγουδάει, βάσταγε το ρυθμό με το κροτάλισμα...
Το μεσημέρι χτυπάνε στο γραφείο
μετρώ τούς χτύπους, το πόνο μετρώ
είμαι θρεφτάρι, μ' έχουν κλείσει στο σφαγείο,
σήμερα εσύ, αύριο εγώ.....
Σκεφτόταν τους γονείς της.... Δεν ήξεραν τίποτα. Ισως να τούς ειδοποιούσε η Αννα....Ηταν Σάββατο, δε θάβγαινε πριν τη Δευτέρα....Μα ούτε που την ένοιαζε....
Οσο πέρναγε η ώρα, πονούσε περισσότερο. Καθόταν για λίγο, με πλάτη στο τοίχο, θυμόταν συνθήματα, γροθιές υψωμένες, μάτια λαμπερά, φωνές βραχνές, παντελόνια καμπάνα, χακί αμπέχωνα, μάγουλα κόκκινα, και τόσες καρδιές ολόγυρα, απόλυτα συντονισμένες μεταξύ τους, στον ίδιο παλμό, στον ίδιο ρυθμό, στο ίδιο όραμα, ξέχναγε τον πόνο, ξέχναγε το κρύο, ψήλωνε πολύ ξαφνικά, ούτε το κελί της δεν τη χώραγε...
Ας ήταν πάλι να ματώσει....
Ξημερώματα, άκουσε φασαρία... Σε κάποιο κελί, δίπλα της, παρακάτω ίσως, μιά γυναίκα φώναζε ακατάληπτα. Μόνο "Παναγιά μου, Παναγιά μου" άκουγε, κάτι ανάμεσα σε κλάμα, σε απόγνωση, σε υστερία... "Αχ, Νίκο, άχ Νίκο, άααααχ!", κάτι τέτοιο, μιά απελπισία, λίγα μέτρα μακριά της.... Δεν ήξερε... Δεν φανταζόταν.... Μιά γυναίκα. Μιά αντάρα. Εκεί, λίγο παραδίπλα... Μιά δυστυχία, μιά ανατροπή, τόσο διαφορετικό συναίσθημα απ' το δικό της...Εκείνη ένοιωθε προστατευμένη, απ' τ' όραμά της...Η άλλη, αυτή πιό κάτω, έμοιαζε ν' αντιστέκεται στη μοίρα, να χάνεται μέσα στο πεπρωμένο της, χτυπημένη απ' το πεπρωμένο της.... Αυτή, πονούσε με το σώμα της... Η άλλη, πονούσε με την καρδιά της...Τό'νοιωθε, κι' άς μη την έβλεπε... "Αχ, Νίκο μου..." σα ν' αποχαιρετούσε τη ζωή της....
Φίλη, αρραβωνιαστικιά, έμαθε μετά. Κάποιου Κοεμτζή. Νίκου Κοεμτζή. Σκότωσε τρείς για μιά παραγγελιά. Τρείς μπάτσους, για μερικές βεργούλες.... Το τραγούδι που της άρεσε να χορεύει στα ρεμπετάδικα...Δεν τον καταδίκασε ποτέ . Δεν τον λυπήθηκε ποτέ. Πάντα πίστευε πως δεν είναι άξιοι λύπησης οι άνθρωποι που υποκύπτουν στα πάθη τους. Αρκεί να τα πλρώνουν. Ας ζήσουν... Ας πεθάνουν... Αρκεί να τη ξοδέψουν τη ζωή που τούς αναλογεί. Αρκεί να γδάρουν το πετσί τους ζωντανοί, άν αντέξουν, άντεξαν... Αν όχι... Ενας λιγότερος... Ζωντανός; Να παλεύει με τις αμαρτίες του.... Πεθαμένος; Αχρηστος, αχρείαστος, ατιμώρητος, αμάτωτος.... Το χειρότερο! Αμάτωτος...Και το ακόμα πιό χειρότερο, ζωντανός αξόδευτος, πεθαμένος αξόδευτος....Σε θάνατο! Σαν το Κοεμτζή. Ισόβια σα τον Κοεμτζή. Αλλά αξόδευτος; Οχι! Ποτέ!
Αναδεύεται στο καναπέ, να ταχτοποιήσει τις μνήμες.... Να ζωντανέψει το αίμα... Να αναβιώσει τον πόνο....
Ποιός τη ζωή μου, ποιός τη κυνηγά
να τη ξεμοναχιάσει μές στη νύχτα,
ουρλιάζουν και σφυρίζουν φορτηγά
σαν ψάρι μ' έχουν πιάσει μές στα δίχτυα...
Για κάποιον μές στο κόσμο είν' αργά...
Ποιός, τη ζωή μου, ποιός τη κυνηγά;
Ποιός τη ζωή μου, ποιός παραφυλά
στου κόσμου τα στενά ποιός σημαδεύει;
Πού πήγε αυτός που ξέρει να μιλά
που ξέρει πιό πολύ και να πιστεύει;
Ας μάτωνε λίγο και τώρα... Ας πίστευε.... Ας μέτραγε βήματα, πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, άς κρύωνε, ας φοβότανε έστω λίγο... Ο φόβος κρύβει ελπίδα.... Ενα κελί 2 επι 3, κρύβει πολύ ελευθερία μαζεμένη, συμπυκνωμένη πάνω σε γραμμένους τοίχους, σε ματωμένα αποτυπώματα.... Ας ένοιωθε για λίγο το συναίσθημα του φυλακισμένου που κρατά ελεύθερο το μυαλό του, του θύματος που δεν είναι θύμα, του "ήρωα", που δεν είναι ήρωας, παρα μόνο ψυχή με όραμα και με μάτια που λάμπουν...
Που πάει να πεί
σ' αυτή τη γλώσσα τη βουβή,
-βαστάω γερά, κρατάω καλά-....
Να μάτωνε λίγο...
Να πίστευε λίγο...
Θα ψήλωνε λίγο... Θα βάσταγε γερά.... Θα κράταγε καλά....
Επτά χρόνια τώρα, μισοξυπνάω το πρωϊ με φιλί και χάδι. Το γνώριμο κλείσιμο της πόρτας, η μυρωδιά του καφέ απ' τη κουζίνα. Το σύντομο χουχούλιασμα στο κρεβάτι. Η μουσούδα του Μήτσου κοντά στ' αυτί μου, να σηκωθώ, να του ανοίξω να βγεί. Σηκώνομαι, καφές, τσιγάρο.Πέντε απολαυστικές στιγμές μέσα σε μισή ώρα. Ανοίγω παράθυρα, βρέχει; Τί ωραία! Ανοίγω παράθυρα. Λιακάδα; Τί ωραία! Πρωϊνός προγραμματισμός. Εξωτερικές δουλειές. Κάθε Δευτέρα. Δεν τίς χωνεύω. Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, δουλειές στο σπίτι. Ωραία! Μαγείρεμα, απαραιτήτως. Διάφορες άλλες, αδιάφορες. Απουσιάζω απ' αυτές. Γίνονται μηχανικά. Κάθε Σεπτέμβρη, βράζει ο μούστος στο υπόγειο. Βγαίνω στην αυλή, με "τσακώνει" η μυρωδιά του. Μου υπενθυμίζει το καθημερινό "γύρισμα" του. Ποτίζει το δέρμα μου μ' αυτή την ξινή οσμή του. Μ' αρέσει ο ήχος που έρχεται μέσα απ' τα βαρέλια. Μιά χημική διαδικασία που λατρεύω. Ηχοι, μυρωδιές, οι ίδιοι, επτά χρόνια τώρα. Με μιά υπέροχη κανονικότητα, που δεν με πλήττει, με συναρπάζει.Η καθιερωμένη βόλτα στον κήπο. Τα γνωστά χρώματα της κάθε εποχής. Οι ίδιες ευωδιές. Κάθε μία στην ώρα της. Στην εποχή της. Οτι "φεύγει", αντικαθίσταται, ανακυκλώνεται, αναπαράγεται, χωρίς θλίψη, χωρίς αμφιβολίες, χωρίς αντίσταση. Επτά χρόνια τώρα, οι εποχές παρελαύνουν ακούραστα γύρω μου, λατρεύω το φώς του ήλιου που μετατρέπει το εκθαμβωτικό, σε τρυφερό ,κάθε φθινόπωρο, λατρεύω τη σταδιακή κυριαρχία της μέρας πάνω στη νύχτα κάθε άνοιξη, περιμένω το αναμενόμενο με ανυπομονησία, δεν με διαψεύδει ποτέ η φύση. Δεν με κουράζει η υπέροχη ρουτίνα της. Διανέμω το χρόνο μου. Στην οθόνη μου τώρα. Να περιμένω μετά. Τον ήχο του αυτοκινήτου. Τα τεντωμένα αυτιά του Μήτσου και τα γεμάτα προσμονή μάτια του. Να σερβίρω το φαγητό πρίν ακόμα προλάβει ν' ανοίξει η πόρτα της κουζίνας. Χάδι, φιλί. Αλλοτε χαμόγελα. Αλλοτε σκοτούρες. Αλλοτε, νεύρα. Πάντα εκεί όμως. Στην ίδια θέση στο τραπέζι. Η καρέκλα έχει πάρει τη μορφή σου. Η "ασφάλεια" της παρουσίας σου με βρίσκει απ' αριστερά. Τρώμε, μιλάμε, πότε γελώντας, πότε με κατήφεια. Χωράνε όλα στη ρουτίνα μας. Μετά, η "ασφάλεια" κοιμάται δίπλα μου. Δεν με παίρνει ο ύπνος το μεσημέρι. Αλλά μένω εκεί, δίπλα στο κρεβάτι, η δική σου ασφάλεια, σε βρίσκει επίσης απ' αριστερά. Τηλεόραση, βλακείες, γελάω με κάποιες παλιές σειρές, μετά θα μου πείς πάλι "μα τί βλακείες κάθεσαι και βλέπεις;", γελάω όμως, μερικές φορές χαμογελάς κι' εσύ. Καφές απογευματινός. Μόνη συνήθως. Μπορεί όμως και όχι. Απογευματινές δουλειές, μόνο του κήπου, ή επισκευές, ή στο κτήμα, ή αν είμαι πολύ τυχερή, για ψώνια μαζί. Μου λείπει αυτό το "για ψώνια μαζί", αλλά επτά χρόνια τώρα κατάφεραν θαυμάσια να κάνουν την εξαίρεση συναρπαστική. Αλλιώς, στην οθόνη μου. Γράφω, διαβάζω, επικοινωνώ, δεν είμαι μόνη. Βραδιάζει λίγο-λίγο. Να ταϊσω σκυλιά και γάτες. Να ποτίσω. Να κάνω μπάνιο. Να περιμένω. Να πιούμε κρασί. Να ρωτήσω "Θα φάς;" "Δεν πεινάω ακόμη, αργότερα" Μουρμουράω σιγανά, να μ' ακούσεις όμως. "Καλά, εσύ θα ήσουν ο πιό ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο, αν καταργούσαν τελείως το φαί..." Χαμογελάς.Να μιλήσουμε χαλαρά.
Να σ' ακούω να νευριάζεις με τις ειδήσεις. Να νευριάζεις με την ομάδα μας. Να ψάχνεις τις συγκεκριμένες ιστοσελίδες σου. Να κάνεις όνειρα. Να σε προσγειώνω. Να κάνω όνειρα, να χαμογελάς. Μετά κλειδώνουμε πόρτες. Οχι, αυτό δεν γινόταν επτά χρόνια τώρα. Μόνο μετά, που μας έκλεψαν. Θα γίνεται , στα επόμενα επτά χρόνια οπωσδήποτε. Ταινία. Μαζί. Η, σκέτη τηλεόραση. Οι γάτες παίρνουν θέση για ύπνο. Φιλί, χάδι, αγκαλιά. Ηχοι βραδινοί απ' έξω. Σκυλιά. Η Μαριγούλα που μουγκρίζει. Μπουμπουνίζει πολύ, όταν βρέχει. Αρχισα λίγο να φοβάμαι. Αλλιώς, κουκουβάγιες που τσακώνονται, ή κλαίνε, ή ερωτεύονται. Και γρύλοι. Και φύλλα που θροϊζουν όταν φυσάει.
"Θα γυρίσεις "κουταλάκι" να κοιμηθούμε;"
Γυρίζω. Η "ασφάλεια" κοιμάται ακουμπισμένη στη πλάτη μου. Επτά χρόνια τώρα. Χτίζω τη ρουτίνα μου. Και τρέμω μη τη χάσω...