13 Μαρ 2009

Με λένε Νίνα! Θέλεις να παίξουμε;


Μαύρα μάτια σαν ελιές και σγουρά, κατάμαυρα μάλιά όλο μπούκλες γυαλιστερές, που έκαναν το βλέμα της αυθάδικο και απαιτητικό.

-Με λένε Νίνα! Θέλεις να παίξουμε;

-Θέλω.

-Πώς σε λένε;

-Χρήστο.

Είπε σοβαρότατος και μάζεψε τα μολύβια του απ'το τραπέζι, πιό πολύ για να μη την κοιτάει.

Ντρεπόταν.

Πρώτη μέρα στο νηπιαγωγείο, ένοιωθε λίγο άβολα, ντροπαλός εκ φύσεως, προτιμούσε να περνάει απαρατήρητος, αλλά συγχρόνως και να παρατηρεί διακριτικά, κρυφά σχεδόν, τα πάντα γύρω του. Τα παιδιά, τη δασκάλα, την αίθουσα, τα σύνεργα ζωγραφικής του διπλανού του, τα παπούτσια εκείνου του ψηλού απέναντι, τη κασετίνα της πιτσιρίκας που πρέπει να ήταν πολύ δυστυχισμένη, αυτή τη πρώτη μέρα του σχολείου κι' ας είχε τη καλύτερη κασετίνα απ' όλα τα παιδιά της τάξης!

Παρατηρούσε κι' έφτιαχνε φανταστικές ιστορίες για τον καθένα. Ζωγράφιζε τάχα στα λευκά χαρτιά που'χε απλωμένα μπροστά του και τα καστανά του μάτια δεν έβλεπαν χρώματα, ούτε σπιτάκια με κόκκινες στέγες, ούτε ήλιους τεράστιους με στραβοσχεδιασμένες αχτίνες, παρα έφτιαχνε νοερά, κρυφά σενάρια για τις ζωές των άλλων.

Η δασκάλα είχε άντρα ψηλό, που την αγαπούσε και μάλλον είχαν κι' αυτοκίνητο! (Αυτουνού οι γονείς δεν είχαν).

Ο ψηλός της τάξης μάλλον είναι βλάκας και θέλει να περνιέται για ωραίος στα κορίτσια.

Η καστανόξανθη πιτσιρίκα που γκρίνιαζε, μάλλον θα'χε πολλές και ακριβές κούκλες. Οταν ήθελε μιά, θα μυξόκλαιγε κι' ο μπαμπάς της θα'τρεχε να της τη πάρει.

Ο μικρός δίπλα του, με τα σπυράκια απο κουνούπια στα μάγουλα και στα χέρια, όλη την ώρα ζήταγε κάτι απ' τ' άλλα παιδιά, μάλλον έψαχνε ευκαιρία για να τον παίξουνε.

Το κοριτσάκι που το λέγαν Νίνα το είχε προσέξει με τη μία, επειδή τα μάτια της πέταγαν φλόγες και τα μαλιά της έδειχναν να μυρίζουνε ωραία. Δε στεκόταν πάνω απο δυό λεπτά στην ίδια θέση, φαινόταν να βαριέται τις ζωγραφιές και τα Λέγκο και τα γόνατά της είχαν σημάδια με κακάδι απ' τα πεσίματα.

Οταν την είδε να έρχεται προς το μέρος του, πάτησε τόσο δυνατά το πράσινο κραγιόν με το οποίο σχημάτιζε τα δέντρα στο σπίτι της φαντασίας του, που το'σπασε σχεδόν πάνω στο χαρτί.

-Με λένε Νίνα! Θέλεις να παίξουμε;

Δε γινόταν να μη της κάνει το χατήρι. Τον είχε διαλέξει!

Επαιξαν.

Τα παιχνίδια που αυτή διάλεγε πάντα.

Φθινόπωρο, χειμώνα κι' άνοιξη την άφηνε να είναι ο αρχηγός. Δειλός ο ίδιος στις συναναστροφές, παιδί χωρίς αδέλφια, μεγαλωμένος μέσα σε σπίτι όπου δεν γνώριζαν και μεγάλες δόξες οι κοινωνικές επαφές, προσκολλήθηκε με μανία στις προτιμήσεις της Νίνας και τα βράδυα στο κρεβάτι του την έντυνε νυφούλα και της κράταγε το χέρι σοβαρός κι' αγέρωχος, της έδινε όρκους αιώνιας αγάπης κι' αφοσίωσης κι' έκανε σχέδια γι' ανακαλύψεις θαυμαστές, πάντα μαζί της, που ήταν σίγουρος πως θα την άφηναν έκπληκτη και γεμάτη θαυμασμό για την εξυπνάδα του.

Πήγε και σπίτι της τρείς-τέσσερεις φορές.

Το σπίτι της, λές και τον έδιωχνε. Φτωχό και παραμελημένο, σκοτεινό και άδειο, έπαιρνε φώς μόνο απ' τα λαμπερά μάτια της Νίνας και λές και ζούσε και ζωντάνευε μονάχα απ' τη φωνή της.

Ενας παπούς με άδεια μάτια ζούσε σε ένα απ' τα δωμάτια. Κλειδωμένος, τις περισσότερες ώρες. Μάντευε τη παρουσία του απο ασυνάρτητα λόγια και φωνές, χωρίς αιτία φανερή.

-Ο παπούς δεν είναι θυμωμένος, του είχε εξηγήσει μιά φορά. -Αλλά είναι άρρωστος. Εχει μιά αρώστεια με δύσκολο όνομα που του χαλάει το μυαλό. Γι' αυτό φωνάζει. Εμείς θα κάνουμε πως δεν τον ακούμε.

Τον άκουγαν όμως.

Η μαμά της, σπάνια βρισκόταν εκεί. Κι' όταν ερχόταν, δε μιλούσε ευγενικά κι' η φούστα της ήταν πολύ στενή και πολύ κοντή, περισσότερο απ' το συνηθισμένο.

Δεν ρώτησε ποτέ πού ήταν ο μπαμπάς της.

Ούτε η Νίνα θέλησε, φαίνεται, να του πεί.

Γι' αυτό ο Χρήστος βιαζόταν πολύ να μεγαλώσει, για να μπορεί να τη σηκώνει στα χέρια του, όπως κάνουνε συνήθως οι μπαμπάδες, να τη στριφογυρίζει απ' τους καρπούς γύρω-γύρω σα γαϊτανάκι και μετά, να τη μαζεύει στην αγκαλιά του κι' αυτή ζαλισμένη και με τις μπούκλες της ανάκατες, να τυλίγει τα μπράτσα της γύρω απ' το λαιμό του και να γελάει.

Ετσι όπως κάνουνε τα κορίτσια με τους μπαμπάδες.

Στο σπίτι του, δεν την είχε καλέσει. Ο φόβος, πως οι γονείς του μπορεί να μην ήταν αρκετά ευγενικοί μαζί της, τον έκανε ν' αναβάλλει συνέχεια την πρόσκληση.

Μα, ούτε κι' η Νίνα του το ζήτησε.

Κατα βάθος βέβαια, δεν ήταν αυτή η πραγματική αιτία.

Ο Χρήστος μάντευε αδιόρατα και συγκεχυμένα πως η παρουσία της εκεί δεν θα ήταν ιδιαίτερα αρεστή στους γονείς του. Γνώριζε, κατα κάποιον τρόπο το αποτέλεσμα, δεν αναγνώριζε την αιτία.

Πριν να τον επισκεφθούν τα όνειρα, αγκαλιά με το μαξιλάρι του, προσπαθούσε να "δεί" τη Νίνα μές απ' τα μάτια των δικών του. Κάτι δε κόλλαγε καλά, κάτι που προαισθανόταν πως θα χάλαγε τη θερμή υποδοχή που θα ήθελε να της επιφυλάξει.

Στα συρταράκια του μυαλού του, η μάννα του ήταν αυτή που περίσσευε απ' την εικόνα. Πολύ στεγνή, πολύ απαλλαγμένη απο τη γοητεία του "διαφορετικού", μιά σιλουέττα "τετράγωνη" και λιτή, αλλά και προσκολλημένη συγχρόνως σε κάθε τί που αφορούσε το "κανονικό", το "συνηθισμένο", το "καθωσπρέπει".

Οσα χρόνια τη θυμόταν, φόραγε πάντα στο κεφάλι τον ίδιο καστανό, καλοχτενισμένο κότσο, τον ίδιο χρυσό σταυρό στο λαιμό, το ίδιο παλιομοδίτικο και λεπτεπίλεπτο ρολόϊ, το ίδιο συγκρατημένο χαμόγελο στις μεγάλες χαρές, την ίδια αμείλικτη κι' αμίλητη θλίψη στα μάτια σε κάθε στραβοπάτημα της άγευστης κι' ανάλατης οικογενειακής τους ζωής.

Ο πατέρας του πάλι, είχε κάποιες στιγμές χαρακτηριστικών εξάρσεων ζωντάνιας, που εκδηλώνονταν συνήθως σε γάμους και βαφτίσια, όταν πέρναγαν κάποια Χριστούγεννα στο εξοχικό της αδεκφής του, και στο Πασχαλινό τραπέζι (πάλι στο σπίτι της αδελφής του), όπου μάλιστα, τις περισσότερες φορές του έδιναν μαντήλι και χόρευε το τσάμικο άκαμπτος σα μπαστούνι.

Ολες οι υπόλοιπες μέρες του ξεκίναγαν με το στερεότυπο "Γυναίκα, φεύγω για το γραφείο" και έκλειναν με το επίσης στερεότυπο "Χρήστο, είναι ώρα για ύπνο".

Καμιά φορά, άν η μέρα του είχε κυλίσει μέσα σε υπέροχη κανονικότητα και δεν είχε προκληθεί καμία απολύτως ζημιά στο σπίτι, αν είχε πληροφορίες ότι έχει προταθεί για προαγωγή στην εταιρία, και τύχαινε να τον περιμένει το αγαπημένο του φαγητό στο τραπέζι, τότε, υπήρχαν μεγάλες πιθανότητες να τον έπαιρνε για λίγο στα γόνατα, να τον ρωτούσε πώς πήγε σήμερα η μέρα του στο νηπιαγωγείο και τί καινούργιο είχε μάθει, άν έκανε νέους φίλους και ζωγραφιές, και μετά να τον στείλει γρήγορα στο κρεβάτι του, αποκαμωμένος μάλλον απο την κρίση ανυπόφορης πολυλογίας που τον είχε πιάσει.

Εφερνε στο μυαλό του τη Νίνα, να μπαίνει φουριόζα στο σπίτι του, τα γόνατα κόκκινα και με κακάδι, τα μάτια τόσο λαμπερά που δεν μπορούσαν να κρύψουν την αυθάδεια, οι μπούκλες τόσο ατίθασες και επιθετικές, που μάλλον τρόμο θα προξενούσαν στην καημένη τη μητέρα του, που θα τον ακολουθούσε στο άνοιγμα της πόρτας.

Θα του'κανε άνω κάτω το δωμάτιο, μπορεί και το σαλόνι, θα διέλυε μεμιάς την οικογενειακή τους πειθαρχία με τις τσιρίδες της, η μαμά θα φόραγε οπωσδήποτε την αμείλικτη και αμιλητη θλίψη της στο πρόσωπο, ο μπαμπάς θα τον έστελνε μιά ώρα αρχύτερα στο κρεβάτι του, και το χειρότερο, "αυτή η Νίνα, δεν είναι η κατάλληλη παρέα για σένα" θα σφράγιζε απο την πρώτη κιόλας φορά με σήμα απαγορευτικό τη πόρτα του σπιτιού του γι' αυτήν.

Ετσι, μεγάλωνε χωρίς ποτέ ν' αποτολμήσει τη μικρή του επανάσταση, κι' η Νίνα έμεινε τοποθετημένη στο μόνο περιβάλλον που της άρμοζε περίφημα. Στο μυαλό του!

Εκεί άνθιζε, εκεί του απαντούσε μ' ενθουσιασμό "Ναί!" στις άπειρες προτάσεις γάμου που νοερά της έκανε, εκεί τη ταξίδευε με τρένα κι' αεροπλάνα, εκεί τη πρωτοφίλησε.

Δε πρόλαβε να μεγαλώσει και πολύ μαζί του, γιατί το καλοκαίρι, πριν περάσουν στη πρώτη δημοτικού, εξαφανίστηκε απ' τη ζωή του.

Εξαφανίστηκε. Μιά μικρή, ζωηρή παρθένα, που ούτε κάν η σκέψη του είχε προλάβει να τη ξαπλώσει σε σεντόνια, ούτε το σώμα του είχε ξυπνήσει να του στείλει ένα μήνυμα ότι την ήθελε, εξαφανίστηκε, παίρνοντας μαζί την άγνοια κι' ανέπαφη την αθωότητά της.

Στο διάστημα των καλοκαιρινών διακοπών οι επαφές τους είχαν αραιώσει.

Κάποια μέρα που αποφάσισε ακάλεστος να περάσει απ' το σπίτι της, το βρήκε κλειστό και άδειο. Και τόσο σιωπηλό, που του' φτυνε στα μούτρα την απουσία της.

Τον Σεπτέμβρη, έπαιζε με τις ελπίδες του πως θα την έβλεπε στο προαύλιο του σχολείου, τη μέρα του αγιασμού.

Αργότερα, επιδόθηκε με μανία να σκίζει τις ζωγραφιές της απ' το νηπιαγωγείο- κάποιες, του τις είχε χαρίσει στα γενέθλιά του-και να σκοτώνει τις ελπίδες που του είχαν απομείνει, με σφεντόνα, λίγο πριν έρθουν τα όνειρα να τον παρηγορήσουν.

Μετά, τη μίσησε.

Και πιό μετά, τη ξέχασε.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Αυτή η Παρασκευή του Οκτώβρη ήταν πιό αδιάφορη κι' απ' τις Δευτέρες του.

Εφυγε κατα τις πέντε απ' το γραφείο με τη προοπτική μιάς ακόμα άδειας, μονότονης βραδιάς.¨Οπως και οι περισσότερες άλλωστε.

Οδηγώντας για το σπίτι, ήξερε κατα βάθος πως τέτοια ισοπεδωτικά απογεύματα θα τον οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια, σε μιά απ' τις αγαπημένες του "σκανταλιές", αυτές τις σκανταλιές που επέτρεπε, ή ίσως και να επέβαλλε στον εαυτό του κάθε φορά που η επιλεγμένη του μοναξιά του' βγαζε τη γλώσσα περιπαιχτικά, κι' αυτός ένοιωθε ανήμπορος να τη διαχειριστεί.

Απο τα είκοσί του, είχε αρχίσει σιγά-σιγά, ν' αναπτύσσει τη τεχνική της "ελεγχόμενης επανάστασης", όπως του άρεσε να την ονομάζει.

Μιά, ίσως και δυό φορές το μήνα, επέτρεπε στον εαυτό του μικρές δόσεις "βρώμικης" απόλαυσης στα στέκια του αγοραίου έρωτα, τόσης, όση θα χρειαζόταν για να κάνει πολύ δυστυχισμένη τη μητέρα του και ιδιαίτερα ανήσυχο τον πατέρα του, άν φυσικά το γνώριζαν.

Συνήθεια, που άν και είχε προσπαθήσει να ερμηνεύσει πέρα απ' τα όρια της βιολογικής ανάγκης, δεν είχε καταλήξει σε σαφές συμπέρασμα για τί τον εξιτάριζε.

Κατάφερνε να έχει κάποιες σχέσεις, περιστασιακές οι περισσότερες, και με περιορισμένη διάρκεια ενός-δύο μηνών το πολύ, χωρίς εξάρσεις ερωτικές, ούτε ονειροπολήσεις για κάτι μόνιμο. Δεν τον απασχολούσε η μονιμότητα, δε τη ζήταγε, δεν του έλειπε.

Αυτό το "διαφορετικό" όμως, που χρωμάτιζε κάποιες νύχτες του με πρόστυχα χρώματα, του έδινε μιά διαφορετικά ηδονική ικανοποίηση, την ικανοποίηση της ζαβολιάς, που όχι μόνο του πρόσφερε μιά μικρή νίκη πάνω στην απόλυτα ευθυγραμμισμένη ζωή του, αλλά και το χαιρέκακο χαμόγελο μιάς απρόσωπης εκδίκησης (απρόσωπης, αλήθεια;), μιάς εκδίκησης με μάσκα λαγνείας, απ' αυτήν την πληρωμένη, την απαγορευμένη, τη μόνη ίσως αληθινή που μπορούσε να γευτεί. Μιάς εκδίκησης, πέρα για πέρα αφιερωμένης σ' όλους όσους δεν ήξεραν, σ' όλους όσους δεν άντεχαν να ξέρουν.

Αποζητούσε το "φτηνό" με ιδιαίτερη προσήλωση και πλήρωνε το τίμημα ακροτηριάζοντας κάθε φορά κι' ένα κομάτι της ψυχής του αγόγγυστα, μεθοδικά και αμετάκλητα.

Χωρίς πόνο, χωρίς αμφιβολία, χωρίς ενοχές.

Εφτασε στη "πιάτσα" κατα τις έντεκα. Εκοψε ταχύτητα κι' έριξε κλεφτές ματιές στο "εμπόρευμα". Είχε πάντα προτίμηση στις ιδιαίτερα νεαρές, μελαχροινές κοπέλες. Το αυτοκίνητο "τσούλαγε", το μυαλό του ταξίδευε, τα μάτια του έψαχναν.

Αγνόησε αρκετές, έντονες προσκλήσεις, φιλοφρονήσεις και προκλητικές προτάσεις, πάντα προσκολλημένος στο ιδεατό πρότυπο που θα διάλεγε να τον εξουσιάσει για μιάν ώρα.

Μόλις προσπέρασε μιά παρέα γυναικών, άφησε το βλέμμα του για λίγο εστιασμένο στον πλαϊνό καθρέφτη και επιβράδυνε τη ταχύτητα του αυτοκινήτου του ακόμα πιό πολύ. Υπήρχε μιά κοπέλα που του φάνηκε πως του άρεσε, έτσι φευγαλέα που πρόλαβε να τη δεί. Αγνωστο πρόσωπο στη πιάτσα, γι αυτόν τουλάχιστον,-άλλαζε συχνά τα στέκια που επισκέπτονταν-πρόσωπο έντονο πάντως, ιδιαίτερα φωτεινό και φρέσκο, σε σχέση με την επαγγελματική βαριεστημάρα που χαρακτήριζε τις περισσότερες πόρνες του πεζοδρομίου, πρόσωπο που' μοιαζε ν' ανήκει κάπου αλλού, ή ακόμα, να έκανε πολύ κέφι αυτές τις βραδυνές περιπέτειες και τα απρόοπτά τους.

Ψιχάλιζε λασποβροχή. Μετά απο λίγα μέτρα, το πορτρέτο της σκεπάστηκε απο βρώμικες σταγόνες, μόνο οι κινήσεις της διακρίνονταν ακόμα καθαρά να τον παρακολουθεί λίγο σκυμένη, το κόκκινο στα χείλη της κατόρθωνε να ξεχωρίζει μέσα στη λάσπη του καθρέφτη και μιά κόκκινη επίσης ομπρέλλα που άνοιξε βιαστικά για να τη προστατέψει, του φάνηκε σα σηματοδότης που τον καλούσε επιτακτικά να επιστρέψει.

Κοίταξε πίσω του κι' έβαλε όπισθεν.

Κι' εκείνη, με τα δικά της γκάζια στο φούλ μείωσε την απόσταση στο μισό.

Πάντα φοβόταν το ¨κλίκ¨ της πρώτης ματιάς. Και μετά, τον ήχο της πρώτης λέξης. Η αδρεναλίνη του έφτιαχνε περίεργο μείγμα μαζί με την έμφυτη συστολή που τον διέκρινε. Αυτό το ασύμβατο μείγμα ήταν που τον συνάρπαζε σ' αυτά τ' αλισβερίσια.

Οταν το κορίτσι έφτασε το αυτοκίνητο, είχε ήδη κατεβάσει το τζάμι του συνοδηγού.

Με ακουμπισμένα τα χέρια της στη πόρτα έβαλε λίγο το κεφάλι της μέσα.

-Να μπώ;

Η φωνή της είχε μιά γλυκειά βραχνάδα. Βραχνάδα χωρίς ίχνη χυδαιότητας, αλλά και χωρίς ίχνη πρόκλησης ή νάζι.

Γύρισε επιτέλους το κεφάλι του, αποτόλμησε να τη κοιτάξει.

Ενα όμορφο πρόσωπο, καλοσχηματισμένο κι' αισθησιακό, με τα χείλη σ' ελαφρό χαμόγελο να γεμίζουν με ζωηρό κόκκινο όλο το γκρίζο χώρο γύρω του, κι' όλο το γκρίζο χώρο μέσα του. Να βάφουν κόκκινη τη λασποβροχή και τη Παρασκευή του.

Κάθισε στο κάθισμα με ιδιαίτερη χάρη, μετά το καταφατικό του νεύμα, και γέμισε το αυτοκίνητο με το άρωμα της. Τα μάτια της γυαλίζανε, η αναπνοή της θάμπωσε τα τζάμια, πέταξε την ομπρέλλα στο πίσω κάθισμα, βολεύτηκε καλύτερα στη θέση και σκύβοντας ελαφρά προς το μέρος του ακούμπησε με τα δάχτυλα πολύ απαλά τον αυχένα του, μιά υποψία χαδιού του φάνηκε, που τον ανατρίχιασε.

-Με λένε Νίνα. Πού θές να παίξουμε;

Δεν της απάντησε. Ενα όνομα, μελωδικό σαν ήχος πιάνου, ήρθε και ρούφηξε τις λέξεις του. Κατέβασε τα χέρια του απ' το τιμόνι, γύρισε το κλειδί, έσβυσε τη μηχανή. -Νίνα; ψιθύρισε.

-Νίνα, ναί, εσένα;

Την ξανακοίταξε για δευτερόλεπτα κι' αμέσως έστειλε το βλέμμα του μακριά, όσο πιό μακριά μπορούσε στο βρεγμένο δρόμο, στα πιό μακρινά φώτα, στα ακόμα πιό μακρινά χρόνια της χαμένης τους αθωότητας.

-Εχει καμιά σημασία; άκουσε τη σκέψη του φωναχτά.

Ολα ταιριάξαν ξαφνικά. Τα μαλιά της μαύρα και μακριά με μπούκλες, λίγο πιό θαμπές, τα μάτια με το έντονο αυθάδικο βλέμμα, μόνο λίγο πιό παραδομένο, η φωνή γεμάτη ένταση και ¨θέλω, μόνο λίγο πιό κουρασμένη.

-Οκέϊ, δεν έχει, ότι πείς. Κρέμασαν λίγο οι άκρες των χειλιών της, το χέρι της τραβήχτηκε απ' το λαιμό του, χώθηκε απότομα στη τσάντα της, έβγαλε τα τσιγάρα, άναψε χωρίς να του προσφέρει.

Στη φλόγα του αναπτήρα της ο Χρήστος έκανε παρανάλωμα όλη τη γοητεία που του προξενούσε ο αγορασμένος έρωτας και οι ¨ελεγχόμενες επαναστάσεις¨του.

-Ξέρεις, Νίνα... δε νοιώθω καλά. Είπε, χωρίς να τη κοιτάει. -Πονάει το στομάχι μου. Ας τ' αφήσουμε για μιάν άλλη φορά...

-Αει σιχτίρ! Του' φτυσε τις λέξεις κατάμουτρα αρπάζοντας γρήγορα την ομπρέλλα της απο το πίσω κάθισμα.

-Μαλάκα!

Η βρισιά της έμεινε να αιωρείται η μισή μέσα κι' η άλλη μισή μαγκωμένη στη πόρτα που έκλεισε δυνατά πίσω της.

Κοιτώντας μόνο μπροστά, ξεκίνησε μιά βίαιη φυγή απ' το πρώϊμο παρελθόν του. Γκάζωσε απότομα και ξεχύθηκε στους σκοτεινούς, βρεγμένους, βρώμικους δρόμους της πόλης, σέρνοντας σαν γκαζοντενεκέ τις αναμνήσεις του, πιασμένες άτσαλα στη πόρτα του αυτοκινήτου, που με θόρυβο εκκωφαντικό ξήλωναν ανελέητα μέσα απο τη ψυχή του όλα τα όμορφα της παιδικής του ηλικίας κι' άφηναν ένα αποτρόπαιο ¨πού¨ να τον ραπίζει σκληρά στο πρόσωπο.

Ενηλικιώθηκε τα ξημερώματα, κατα τις τέσσερεις, ξαπλωμένος στο άδειο του κρεβάτι, όταν συνήθισε το βάρος αυτής της τόσο μικρής λέξης, αυτό το ¨πού¨που έγινε η γκρεμισμένη γέφυρα ανάμεσα σ' αυτόν και τα όνειρά του, αυτό το ¨πού¨ που έγινε ο σύνδεσμος με το παρελθόν του, το ¨πού¨που μεταμόρφωσε τη Νίνα του, αυτή του νηπιαγωγείου, σε μιά Νίνα, σαρκοφάγο πλάσμα, αυθάδικο κι' αδιάντροπο όσο δε παίρνει, όσο δεν άντεχε, όσο δεν ήθελε.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Στις εννέα ξύπνησε.

Στις δέκα και μισή πήγε παραλία για καφέ.

Μέχρι τις δώδεκα, αναρωτιόταν άν είχε ακόμα σημάδια στα γόνατα. Γιατί δεν κοίταξε;

Μέχρι την επόμενη Παρασκευή έβλεπε στα όνειρά του τη Νίνα των παιδικών του χρόνων, να τον πλησιάζει τη πρώτη μέρα του νηπιαγωγείου.

-Με λένε Νίνα! Θέλεις να παίξουμε;

-Οχι! της απαντούσε μπροστά στο κομπιούτερ του γραφείου του.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Χρόνια μετά, αναρωτιόταν ακόμα άν τη νύχτα που μπήκε στο αμάξι του τα γόνατά της είχαν σημάδια απο πεσίματα. Μπορεί και να μην είχε. Μπορεί και να μην ήταν.

Και οι μόνες φορές που δάκρυζε ήταν όταν ερχόντουσαν βράδυα που με απελπισία σκεφτόταν πως άν δεν τον προλάβαινε εκείνο το καταραμένο¨πού¨, μπορεί και να την ξαναγάπαγε απ' την αρχή!

45 σχόλια:

Μαριλένα είπε...

να περνάς μέσα απ' την Αγάπη και να μη την αγγίζεις..
αυτό ειναι το αβάσταχτο.
πολύ περισσότερο αβάσταχτο κι απ' τη μιζερη ζωή που επέλεξε.

(εμένα πάντως μ' έπιασε η ψυχή μου)

φιλιά βιολιστή μου
και μπράβο!

Christine, the Elf είπε...

Πολύ όμορφη ιστορία...

πολλές φορές υπάρχουν άνθρωποι που μας σημαδεύουν είτε το θέλουμε είτε όχι...

αλλά τις περισσότερες φορές μας σημαδεύει ακόμη πιο έντονα η εικόνα που σχηματίζουμε μέσα μας για κάποια άτομα, άσχετα με το αν αυτή είναι αληθινή ή όχι.... φτάνει να ικανοποιεί εμάς τους ίδιους....

anepidoti είπε...

δεν θα σχολιάσω τίποτε άλλο,
μόνο τον χείμαρο απ' τις λέξεις σου, υπέροχο!
με απορρόφησε και κύλησε στις μνήμες και στα βαθειά μου, υπέροχο!

b|a|s|n\i/a είπε...

...

...

(φοβάμαι μην χαλάσω όλη την μαγεία που ένοιωσα διαβάζοντας και ακούγοντας. και δεν θα πω τίποτα περισσότερο από ευχές για ένα πολύ πολύ καλό βράδυ)

roadartist είπε...

Παρομοίως με τους παραπάνω..
Δεν έχω λόγια......πολλές ευχές και από εμένα για ένα όμορφο βράδυ..
ΥΓ τα τραγούδια που παίζουν τα άφησα και τα άκουσα ένα, ένα.. σαν να άκουγα 'μελωδία'.. :) φιλάκια!

ΦΥΡΔΗΝ-ΜΙΓΔΗΝ είπε...

Μόνο τούτο...
ΤΙΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΠΩΣ ΠΑΛΙΑ...

Φιλί και Γλαρένιες αγκαλιές
(υ.γ. νομίζω σου έχω ξαναμιλήσει για τη μαγική σου πένα...)

Κοντολάμπρος Ηλίας είπε...

ΜΑΡΑΜΠΟΥ

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,
πως τις γυναίκες μ' ένα τρόπον ύπουλο μισώ
κι ότι μ' αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.

Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό,
πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,
κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,
σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγματισμένο.

Ακόμα, λένε πράματα φριχτά πάρα πολύ,
που είν' όμως ψέματα χοντρά και κατασκευασμένα,
κι αυτό που εστοίχισε σε με πληγές θανατερές
κανείς δεν το 'μαθε, γιατί δεν το 'πα σε κανένα.

Μ' απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά,
και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη,
κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω στο χαρτί,
εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μου εγίνη.

Ήμουνα τότε δόκιμος σ' ένα λαμπρό ποστάλ
και ταξιδεύαμε Αίγυπτο γραμμή Νότιο Γαλλία.
Τότε τη γνώρισα - σαν άνθος έμοιαζε αλπικό -
και μια στενή μας έδεσεν αδελφική φιλία.

Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,
κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου όπου 'χε αυτοκτονήσει,
ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,
μήπως εκεί γινότανε να τηνε λησμονήσει.

Πάντα σχεδόν της Μπασκιρτσέφ κρατούσε το Ζουρνάλ,
και την Αγία της Άβιλας παράφορα αγαπούσε,
συχνά στίχους απάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,
κι ώρες πολλές προς τη γαλάζιαν έκταση εκοιτούσε.

Κι εγώ, που μόνον εταιρών εγνώριζα κορμιά,
κι είχα μιαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ' τα πελάη,
μπροστά της εξανάβρισκα την παιδική χαρά
και, σαν προφήτη, εκστατικός την άκουα να μιλάει.

Ένα μικρό της πέρασα σταυρό απ' το λαιμό
κι εκείνη ένα μου χάρισε μεγάλο πορτοφόλι
κι ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης,
όταν εφθάσαμε σ' αυτήν που θα 'φευγε, την πόλη.

Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά,
ως ένα παραστάτη μου κι άγγελο φύλακά μου,
και μια φωτογραφία της στην πλώρη ήταν για με
όαση, που ένας συναντά μες στην καρδιά της Άμμου.

Νομίζω πως θε να 'πρεπε να σταματήσω εδώ.
Τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αέρας με φλογίζει.
Κάτι άνθη εξαίσια του ποταμού βρωμούν,
κι ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυλίζει.

Θα προχωρήσω!...ΜΙα βραδιά σε πόρτο ξενικό
είχα μεθύσει τρομερά με ουίσκυ, τζιν και μπύρα,
και κατά τα μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,
το δρόμο προς τα βρωμερά, χαμένα σπίτια επήρα.

Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς,
κάποια μ' άρπαξ' απότομα, γελώντας, το καπέλο
(παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών)
κι εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.

Μια κάμαρα στενή, μικρή, σαν όλες βρωμερή,
οι ασβέστες απ' τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,
κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά,
με σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.

Της είπα κι έσβησε το φως. Επέσαμε μαζί.
Τα δάχτυλά μου καθρά μέτρααν τα κόκαλά της.
Βρωμούσε αψέντι. Εξύπνησα, ως λένε οι ποιητές,
"μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της".

Όταν την είδα και στο φως τ' αχνό το πρωινό,
μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο,
που μ' ένα δέος αλλόκοτο, σα να 'χα φοβηθεί,
το πορτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.

Δώδεκα φράγκα γαλλικά...Μα έβγαλε μια φωνή,
κι είδα μια εμένα να κοιτά με μάτι αγριεμένο,
και μια το πορτοφόλι μου...Μ' απόμεινα κι εγώ
ένα σταυρόν απάνω της σαν είδα κρεμασμένο.

Ξεχνώντας το καπέλο μου βγήκα σαν τον τρελό,
σαν τον τρελό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει,
φέρνοντας μέσα στο αίμα μου μια αρρώστια τρομερή,
που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί
πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,
πως είμαι παλιοτόμαρο και πως τραβάω κοκό.
Μ' αν ήξεραν οι δύστυχοι, θα μ' είχαν συγχωρέσει...

Το χέρι τρέμει...Ο πυρετός...Ξεχάστηκα πολύ,
ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω...

Μόνο μ'αυτό το αριστούργημα του Καββαδία θα μπορούσα να συγκρίνω τη σημερνή σου ανάρτηση.
Αριστούργημα.

βιολιστης στη στεγη είπε...

Μαριλένα: Ναί. ΑΥΤΟ Μαριλένα. Το "bad timing" που μερικές φορές καθορίζει τη ζωή μας...
(Ψυχοπλακώθηκες, αλήθεια; Μιά φανταστική ιστορία είναι μόνο, έ;)

βιολιστης στη στεγη είπε...

Christine the Elf: Ναι καλή μου. Πολλές φορές η ΔΙΚΗ ΜΑΣ πραγματικότητα είναι πιό δυνατή και καθοριστική απο την αληθινή(;) πραγματικότητα... Μπορεί και να'ναι η μοναδική...

βιολιστης στη στεγη είπε...

Ανεπίδοτη: Μπορεί και να πλησιάζουν...τα βαθειά σου...με τα βαθειά μου..
Γι' αυτό!
Με συγκινεί.
Και μ' αρέσει!

βιολιστης στη στεγη είπε...

b/a/s/n/i/a : Kι' εγώ τίποτε περισσότερο απο "ευχαριστώ"!

βιολιστης στη στεγη είπε...

Roadartist: Αν εννοείς τον σταθμό "Μελωδία", ναί, είμαι φανατική!
Σ' ευχαριστώ και σε καλημερίζω!
(Υπέροχη μέρα σήμερα αρτίστα μου!)

βιολιστης στη στεγη είπε...

Φύρδην-μίγδην : "Τίποτα δεν έχει αλλάξει, τίποτα δεν είναι όπως παλιά..."
Κερδίζεται ποτέ αυτή η "μάχη" Γλαρένια μου;

βιολιστης στη στεγη είπε...

Ηλίας Κοντολάμπρος : Ο αγαπημένος μου, λατρεμένος μου Καββαδίας!
Χαίρομαι που σου άρεσε Ηλία!
Αλλά, πρός Θεού! Θα τρίζουν τα κόκκαλά του! :-))
Kοίτα τί όμορφη μέρα έχει έξω, εδώ στα μέρη μας! Ε;
ΚΑΛΗΜΈΡΑ!

Κοντολάμπρος Ηλίας είπε...

Καλή σου μέρα καλή μου.
Τόξερα πως θα το δείς σαν ιεροσυλία αλλά ήταν αυθόρμητο.

kanenas είπε...

Πάντως μέχρι να το διαβάσω, εγώ τον ήπια τον καφέ μου και να σου πω την αλήθεια, τον απόλαυσα.
ΠΟΥ ν’ αφήσω το ποτήρι;

Καλή σου μέρα.

βιολιστης στη στεγη είπε...

Κοντολάμπρος Ηλίας : Το ξέρω!
Και σ' ευχαριστώ!

βιολιστης στη στεγη είπε...

Κανένας: Ελπίζω να μην ήταν πικρός!
Και μη πίνεις φραπέ! Βλάπτει σοβαρά την υγεία! :-)
Kαλημερούδια σου!

day-dreamer είπε...

Υπέροχο...

Καλώς σε βρήκα :)

Θα περνάω συχνά απο τη στέγη σου!

Φιλί!

Xνούδι είπε...

εγώ τώρα τι να πω;
Αγαπημένε βιολιστή.

exofthalmi είπε...

πολυ ομορφα γραφεις! (ποσο θα ηθελα ομως να την ειχε παρει τη Νινα, να της εξηγουσε ποιος ηταν και να την εσωζε...απλα στενοχωρηθηκα κλαψ!)

Νανά Τσούμα είπε...

Ελα κούκλα μου ...καλο μεσημερι...
ειναι καταπληκτικό...
θα το ψιλομοντάρω για να μικρύνει και θα το διαβάσω αυριο βραδυ...
ΟΚ;;;;
σε γλυκοφιλώ
Νανά

aKanonisti είπε...

Πολύ όμορφο....
:-))

leondokardos είπε...

....τα πρώτα εκείνα χρόνια της αθωότητας,γλυκά,γνήσια,ανεπιτήδευτα,αξέχαστα.
Και μετά η ζωή, η πραγματικότητα, σκληρή πολλές φορές, να μας προσγειώνει πολλές φορές τόσο αναπάντεχα...

βιολιστης στη στεγη είπε...

Day dreamer : Nαί, να έρθεις...
Γιατί "οταν κοιτάς απο ψηλά, μοιάζει ο κόσμος ζωγραφιά...", να έρθεις καλή μου, θα βάλεις εσύ τα όνειρα, θα βάλω εγώ τους ήχους, ωραία θά είναι! :-))

βιολιστης στη στεγη είπε...

Xνούδι: Εσύ, τίποτα να μη πείς, μόνο να γράφεις....

ολα θα πανε καλα... είπε...

μπήκα μέσα στην ιστορία,τη ρούφηξα,ήταν τόσο καλογραμμένη και με συγκίνησε πολύ.Αχ,αυτές οι Νίνες...Και αχ,αυτά τα ντροπαλά αγόρια...
Καλησπέρα,βιολιστή μου.

βιολιστης στη στεγη είπε...

exofthalmi: Πω πω, σκέτη πλήξη μου κάνει αυτό το τέλος...:-))

βιολιστης στη στεγη είπε...

Nανά Τσούμα: Εγώ τα 30 χρόνια τα "μοντάρω" με τελίτσες!
Να δώ, πώς θα τα μοντάρεις εσύ!
:-))
Φιλιά κι' ευχαριστώ!

βιολιστης στη στεγη είπε...

Ακανόνιστη: Ευχαριστώ! Παίζει κανα περίεργο παρκάρισμα σήμερα; :-))

βιολιστης στη στεγη είπε...

Λεοντόκαρδος: Αυτή είναι κι' η ομορφιά της αθωότητας! Αν την χάσεις, δεν μπορείς ποτέ ξανά να την κατακτήσεις....

βιολιστης στη στεγη είπε...

Ολα θα πάνε καλά: Είναι που τα διαφορετικά σχεδόν πάντα έλκονται...Ε;
Φιλί!

Spy είπε...

Δεν ξέρω πια με ποιόν καινούργιο τρόπο να σας γράψω πως η κάθε καινούργια ιστορία σας είναι ακόμα καλύτερη, κι απ' την πιο καλή που είχα διαβάσει μέχρι τώρα.

Τα ειλικρινή μου σέβη.

Ανώνυμος είπε...

Άντε, και στο Λιβάνη με το καλό.
Τρέμε Χρύσα …..

Γ.

exofthalmi είπε...

το ξερω...αλλα, κλαψ, να, κλαψ, ισως και να το ηθελα, κλαψ...(το σφουγγαρισμα θα το ριξω μετα)...

jacki είπε...

Συγκλονιστική ιστορία σου καλή μου.. Και είναι τόσο αληθινή.. Καλημέρα σου.

βιολιστης στη στεγη είπε...

Spy: Μα, με το να με ανεβάσετε βαθμίδα στο βάθρο, φυσικά! Αυτή τη χρονιά θέλω το αργυρό! :-))

βιολιστης στη στεγη είπε...

Ανώνυμος : Μα τί λές τώρα; Εδώ πάμε για Νόμπελ λογοτεχνίας!Τρέμε Γκουστάβ Λε Κλεζιό!

βιολιστης στη στεγη είπε...

Exofthalmi: Ασε τη κλάψα και σφουγγάριζε! :-))

βιολιστης στη στεγη είπε...

Jacki : Ευχαριστώ! Θα μπορούσε και νάναι, έ;

katerina είπε...

Τις αντέχεις λοιπόν αληθεια...τις αλήθειες;
Υπεροχη!!!!!
Υπέροχη βιολιστρια μου...αφου ξερω που θα βρώ τόπο να σταθώ, έτσι όσο κρατάει η αναγνωση μιας σου αναρτησης, και όσο κρατάει η γλυκα της μετά. όσο μπορώ για 5 λεπτά να απομακρυνθώ απο την δυσκολη μερα, απο το άγχος, απο τον παραλογισμό, απο τα ζόρικα. Τι παρηγοριά που εισαι βρε κοπέλα μου...

exofthalmi είπε...

σιγα κυρια! μη βαρατε!

βιολιστης στη στεγη είπε...

Νομίζεις πως δεν καταλαβαίνω; Εσύ πρέπει να παλεύεις με το "τέρας" καθημερινά. Εγώ, έχω τη πολυτέλεια να του "κρύβομαι" πίσω απο φανταστικές ιστορίες, ή προσωπικές εξομολογήσεις...
Μην φανταστείς πάντως πως βγαίνω αλόβητη απο τ' άδικα και τ' άσχημα της εποχής που ζούμε...
Κουράστηκα να δίνω μάχες....
Καλό βράδυ γλυκειά μου!

βιολιστης στη στεγη είπε...

Exofthalmi: Ελα να το πάρω μιά αγκαλίτσα μωρέ μου.....
Μούτς!

Odyssey είπε...

αφωνος...
πρώτη μου επίσκεψη εδώ